-Πού στο καλό έχεις βάλει το άσπρο μου πουκάμισο; -Μη μου φωνάζεις εμένα! Σου είπα ότι το έκανα ξεσκονόπανο! -Ξεσκονόπανο το καλό μου το πουκάμισο; -Ποιο καλό; Που το φορούσες κι ήσουν σαν τον πιγκουίνο τρομάρα σου! -Πάλι να με διαολίσεις θες, αλλά δεν θα σου περάσει! Δεν θα μουContinue Reading

Έπιασε το αδύναμο, γερασμένο χέρι της και το φίλησε στοργικά. “Πόσο σ’ αγαπάω!” της ψιθύρισε όπως την κοιτούσε να κοιμάται γαλήνια. Χάιδεψε με το βλέμμα της κάθε σπιθαμή του προσώπου της, κάθε καμπύλη, κάθε κοιλότητα, κάθε ρυτίδα, κάθε σημάδι. Άγγιξε απαλά το μέτωπό της και ασυναίσθητα της ξέφυγε ένας αναστεναγμός.Continue Reading

Του άρεσε εδώ και καιρό, όμως δεν έβρισκε το κουράγιο να κάνει το πρώτο βήμα. Την έβλεπε σχεδόν κάθε πρωί, βγαίνοντας από το διαμέρισμά του για να πάει στη δουλειά. Στην στάση περίμεναν το λεωφορείο μαζί. Συνεχώς σκεφτόταν πως να της πει μια καλημέρα, όμως δεν έβρισκε το θάρρος, δίσταζε…Continue Reading