Από πολύ μικρή έμαθα να στηρίζομαι μονάχα στις δικές μου δυνάμεις. Μια δεκατριάχρονη που χάνει απρόσμενα τον πατέρα της και η μητέρα της, αποφασίζει να κλειστεί μέσα στη σκοτεινή φυλακή του πένθους και των πλαστικών ψευδαισθήσεων, δυστυχώς δεν μπορεί να θεωρηθεί στήριγμα, ούτε κοινωνικό, ούτε ψυχολογικό, ούτε καν οικονομικό. Ξεκίνησα να δουλεύω για να συνεχίσω τις σπουδές μου από τα δεκαπέντε μου, να προστατεύω τα δικαιώματά μου, να προστατεύω την ίδια μου τη ζωή. Όταν έφυγα από το σπίτι, ήμουν δεκαεννιά χρονών, σφυρηλατημένη όμως σαν να είχα μεγαλώσει δυο παιδιά. Ποτέ μου δεν έκανα παράπονα για την “άδικη” ή “δύσκολη” μοίρα μου, ήξερα πως όλα είχαν γίνει για κάποιον λόγο που απλώς δεν ήξερα. Ήμουν η επιλογή Εκείνου για τα δύσκολα, για την ανηφόρα που κάποιοι πολύ εύκολα θα βάφτιζαν έναν ακόμη Γολγοθά. Εγώ επέλεξα να την ονομάσω “Ζωή”. Μια ζωή που ήθελα να ορίζω εγώ τα μονοπάτια της, τουλάχιστον όσο μου επιτρεπόταν.

Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να κάνει διακοπές, να παίρνει ρεπό, να χουζουρεύει στο κρεβάτι τις Κυριακές, να βγαίνει για να διασκεδάσει και όχι για να βγάλει μεροκάματο. Φυσικά και ήξερα τα “καλά”, όλοι ξέρουν τα “καλά”, τα λουσάτα ρούχα, τις επώνυμες διασκεδάσεις, τα μοντέρνα κινητά, τα γρήγορα αμάξια… όλοι. Κάποιοι όμως για να τ’ αποκτήσουν, πρέπει πρώτα να βάλουν τον απαφτούλη τους κάτω και να δουλέψουν σκληρά. Να σπουδάσουν, να δουλέψουν, να θυσιάσουν, ν΄ αγωνιστούν. Έτσι κι εγώ ήξερα πως για ν΄ αποκτήσω όλα αυτά που λαχταρούσα στη ζωή μου, έπρεπε να ‘χω ένα σχέδιο. “Σχέδιο επιβίωσης” όπως έλεγα χαριτολογώντας στη μοναδική φίλη που κατάφερα να διατηρήσω από το Γυμνάσιο. Μόνο που σ΄αυτό το σχέδιο δεν υπήρχε χώρος ούτε για φλερτ, ούτε για σχέσεις, ούτε για τίποτα άλλο. Έτσι όταν μπήκαν ξαφνικά στη ζωή μου εκείνα τα μαύρα μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες, τα ‘χασα κυριολεκτικά.

Η ιστορία ξεκίνησε τόσο περίεργα… ένα μικρό ατύχημα στη δουλειά και έπρεπε να συνοδέψω μια συνάδελφο στο κέντρο πρώτων βοηθειών. Είχε κόψει πολύ άσχημα το χέρι της και χρειαζόταν ράμματα. Έτρεμε στην θέα του αίματος και έτσι αναγκαστικά πήγα μαζί της για ν΄ αποφύγουμε τα χειρότερα. Μπήκαν στο αποστειρωμένο δωμάτιο δυο απρόσωπες φιγούρες και ένα ζευγάρι μάτια, που από την πρώτη στιγμή για κάποιον ανεξήγητο λόγο καρφώθηκαν μονομιάς πάνω μου. Οι δυο νοσοκόμες άρχισαν να μας μιλάνε και να παίρνουν το ιστορικό της συναδέλφου, ενώ τα δυο μάτια σιωπηλά πάλευαν να ξεκολλήσουν από πάνω μου. Η συνάδελφος έχασε τις αισθήσεις της και με βγάλανε βιαστικά από το δωμάτιο. Όλα πήγαν καλά, μα ο γιατρός, όπως μ΄ ενημέρωσε μια από τις νοσοκόμες, ήθελε να μου μιλήσει.

Εκείνα τα μάτια ήθελαν να μου μιλήσουν… για μια στιγμή αισθάνθηκα άβολα, σαν κάποιος να είχε καταφέρει να μ΄ απαλλάξει από εκείνη την άτρωτη ασπίδα που φορούσα από την εφηβεία μου. Άρχισα κάπως μαγκωμένη να ρωτάω διάφορα, όταν ξαφνικά αισθάνθηκα το χέρι του πάνω στο δικό μου. “Δεν υπάρχει λόγος ν΄ ανησυχείς, η φίλη σου θα είναι μια χαρά!”. Δεν ήταν μόνο τα μάτια, ήταν και εκείνη η φωνή, η ήρεμη, η γεμάτη γαλήνη και σιγουριά, τρυφερή σαν χάδι και σταθερή σαν ένα χέρι δυνατό που μπορούσε να σε κρατήσει, να σε προστατεύσει σε κάθε αναποδιά.

Ήταν αδύνατο να εξηγήσω πώς γινόταν το μυαλό μου να γεμίζει ξαφνικά με τέτοιες εικόνες, με τέτοια πρωτόγνωρα συναισθήματα. Εγώ η άμαθη εικοσιδυάρχονη τελειόφοιτη φοιτήτρια, που δεν ήξερε τίποτα άλλο από διάβασμα και δουλειά. Έμεινα με τις λέξεις μετέωρες ανάμεσα στα χείλη μου και σε κείνη τη ματιά, ενώ το χέρι μου πάντα αιχμάλωτο στο δικό του. Κάποια στιγμή η συνάδελφος συνήλθε και αναγκαστικά φύγαμε. Ένα αίσθημα εγκατάλειψης ξαφνικά πάγωσε το κορμί μου, εκείνη την ώρα το μόνο που λαχταρούσε η ψυχή μου ήταν να τρέξω και να κρυφτώ μέσα στο δωμάτιο, που βρισκόταν και εκείνος…

Το υπόλοιπο της ημέρας το πέρασα σαν ναρκωμένη. Δεν μπορούσα να κατανοήσω ούτε την αντίδραση μου, ούτε την αίτια που μου προκάλεσε όλη αυτή την αντίδραση. Χωρίς να ξεχνάω στιγμή εκείνα τα κατάμαυρα, εκφραστικά μάτια, συνέχισα στην κενή καθημερινότητά μου, μέχρι που ένα μεσημέρι αντίκρυσα εκείνα τα μάτια μια ανάσα μακριά μου, να μου γελάνε σαν παιδί που του χάρισες το πιο ποθητό παιχνίδι! Τον είδα ν΄ απλώνει το χέρι και να κρατάει ξανά το δικό μου και μαρμάρωσα. Λογικά θα έπρεπε να πω κάτι, να κάνω κάτι… βρισκόμασταν στο μαγαζί και όλοι μας κοιτούσαν περίεργα. Μέσα σε μια αναλαμπή, του πρότεινα να καθίσει και κέρασα καφέ. “Θέλεις να σε περιμένω να σχολάσεις; Σήμερα είναι δικό μας το υπόλοιπο της ημέρας…”. Δικό μας το υπόλοιπο της ημέρας… πόσο απίστευτα όμορφη είχε ακουστεί αυτή η φράση! Εκείνο το “μας”, μπήκε μέσα στην καρδιά μου σαν χάδι μάνας, αδελφής, συντρόφου. Όλα μαζί σε μια κτητική αντωνυμία που ήταν σαν να την είχα πρωτακούσει από εκείνα τα χείλη, τα δικά του χαμογελαστά χείλη που μου χάρισαν το πρώτο μου φιλί, που μου χάρισαν την πιο πολύτιμη σιωπή, που μου ψιθύρισαν πως η ζωή δεν έχει μόνο ανηφόρα, αλλά και μια θέα στον ουρανό, στη θάλασσα, στον έρωτα, στο γέλιο, στο “σ’ αγαπώ”!

Μετράω τις μέρες, τις στιγμές, τις ανάσες που μπήκε αυτός ο άνθρωπος στη ζωή μου και την ομόρφυνε. Επτά ολόκληρους μήνες ζω μέσα σ’ ένα όνειρο! Το σπίτι μου γέμισε φως, τα ρούχα μου όλα τα χρώματα της ουράνιου τόξου, η σκέψη μου ανοιχτά παράθυρα και τα χείλη μου ζεστές ανάσες του έρωτα. Όλα γύρω μου είναι όμορφα, ακόμη και μέσα στην ασχήμια τους. Όχι, δεν είμαι μεθυσμένη, απλώς ερωτευμένη και δηλώνω πως δεν υπάρχει πιο όμορφο χρώμα από κείνο των ματιών του…

Μαρία Σταυρίδου

https://www.mariastavridou.gr/

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.