Όταν η ματιά μου έπεσε πάνω σ’ εκείνο το γνώριμο πρόσωπο. πάγωσα ολόκληρη. Μηχανικά άρχισα να οπισθοχωρώ, όχι, δεν ήθελα να με δεις, φοβόμουν να με δεις…

Τέσσερα χρόνια, τρεις μήνες και κάτι μέρες, τόσο διαρκούσε το βασανιστήριο των τύψεων, που δεν έλεγαν να μ’ ελευθερώσουν, που ήμουν πια σίγουρη πως δεν θα το έκαναν ποτέ. Ήταν υπέρμετρα δύσκολο να παραδεχθώ τον φόβο μου, από τη φύση μου ατίθαση και εγωίστρια, ήταν ό,τι πιο δύσκολο είχα αναγκάσει τη συνείδηση μου να κάνει, να παραδεχθεί πως φοβόμουν να σε αντιμετωπίσω, γιατί ήξερα πως το “λάθος” ήμουν μόνο εγώ!

Σ’ έβλεπα ν’ απομακρύνεσαι και αισθανόμουν πως όλοι γύρω μου είχαν επικεντρώσει το βλέμμα τους πάνω μου και με κοίταζαν επικριτικά. Τελικά κατέληξα σ’ ένα μικρό ταχυφαγείο, κρυμμένη σε μια γωνιά να παλεύω να ζεστάνω το κορμί μου μ’ ένα μαυροζούμι, που οι υπάλληλοι αποκαλούσαν “καφέ”. Μέσα στα μάτια μου πάντα εκείνο το βλέμμα, που είχα καταφέρει να πληγώσω μέσα σε μια στιγμή… Μέσα σε μια διαολεμένη στιγμή, που ο δαίμονας αποφάσισε να παίξει μαζί μου, να πάρει τις ανασφάλειές μου και να τις πλέξει πουλόβερ άβολο για δυο ανθρώπους, που προσπαθούσαν με φιλότιμες προσπάθειες, να ακουμπήσουν τη μοναξιά τους σ’ ένα ζεστό καταφύγιο.

Τρία ολόκληρα χρόνια συνάδελφοι, μαθαίναμε ο ένας τον άλλον μόνο μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας, παρόλο που οι δυο μας είχαμε νιώσει πολλές φορές πιο κοντά από τους υπόλοιπους. Το ξέρω πως το είχες νιώσει και εσύ πως η επικοινωνία ανάμεσά μας, ήταν τόσο εύκολη, βατή σαν ανάσα βαθιά που γεμίζει τα πνευμόνια και σου προσφέρει ένα αίσθημα πληρότητας. Ένα μικρό ατύχημα με μια κούπα καυτό καφέ, μας έφερε πιο κοντά, προσφέρθηκα να σου παρέχω τις πρώτες βοήθειες και έτσι καταλήξαμε να μιλάμε, χωρίς την επαγγελματική τυπικότητα που είμασταν υποχρεωμένοι ν’ ακολουθούμε μπροστά στους υπόλοιπους. Για να μ’ ευχαριστήσεις, πρότεινες να μου κάνεις το τραπέζι σ’ ένα μικρό, γραφικό ταβερνάκι και έτσι ξεκίνησε η σχέση μας, ανάλαφρα, ήρεμα, χωρίς καμία πολυπλοκότητα, χωρίς θεατρινίστικους μονολόγους, χωρίς μοιραία πάθη, χωρίς ψεύτικες υποσχέσεις και βαρύγδουπες δηλώσεις…

Ήμασταν καλά, ήμασταν δεμένοι και ταιριασμένοι, σαν έφηβοι που ανακαλύπτουν έκπληκτοι κάθε μέρα πόσο γλυκός μπορεί να γίνει ο έρωτας. Και τότε εμφανίστηκε ο δαίμονας, που είχε βαλθεί να με παρασύρει σ’ άνομα μονοπάτια… Όμορφος, έξυπνος, σφυρηλατημένος με μια διαολεμένη αυτοπεποίθηση πως μπορεί να κατακτήσει τους πάντες, ακόμη και μένα, που δεν ήταν στη φύση μου να παραστρατώ, που δεν είχα ανάγκη να το κάνω, που δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως μπορούσα να το κάνω…

Δεν ξέρω καν πώς ξεκίνησε, ένας νέος πωλητής με δυο καταπράσινα μάτια, που κάθε φορά που με κάρφωναν είχα την αίσθηση πως μπορούσαν να διαβάσουν όχι μόνο τη σκέψη μου, μα και τα πιο απόκρυφα μυστικά μου. Στη αρχή προσπάθησα να μη δώσω σημασία, η αλήθεια ήταν πως οι δυο μας είχαμε κάπως απομακρυνθεί, ένα οικογενειακό πρόβλημα σε είχε κάνει κάπως πιο νευρικό και απόμακρο, δεν ήταν όμως αυτή η αιτία που κάθε φορά που εκείνος έμπαινε στο γραφείο η καρδιά μου χτυπούσε πιο έντονα. Όχι, είχα και έχω ανάγκη όμως να βρω μια δικαιολογία να δικαιολογήσω όλη εκείνη την πρωτόγνωρη ταραχή! Έξυπνες ατάκες και ένα διακριτικό φλερτ που πάλευα να το παρουσιάσω αδιάφορο. Δεν ήταν όμως. Οι κουβέντες του γίνονταν μικρές, πονηρές σκέψεις που δεν μ’ άφηναν σε ησυχία, μέχρι που έκανα το λάθος να παίξω το παιχνίδι του… Μια έντονη γοητεία, μερικά υπονοούμενα και μια παιχνιδιάρικη κόντρα στη δουλειά και πριν το καταλάβω καλά καλά, ένα ξεμονάχιασμα στο γραφείο χαλάρωσης, που κάναμε διάλειμμα και ένα παθιασμένο φιλί που μετάνιωσα που το γεύτηκα την ίδια εκείνη ώρα, που η ανάσα του ακόμη κρατούσε ζεστά τα χείλη μου…

Εκείνο το μεσημέρι έφυγα από το γραφείο σαν κυνηγημένη, σαν ληστής που είχε χάσει το αυτοκίνητο διαφυγής και έτρεχε να κρυφτεί, να σωθεί, να νιώσει την ψεύτικη ασφάλεια που τόσο είχε ανάγκη. Μόνο που δεν κατάφερα να ξανανιώσω ασφαλής, ούτε καν στο αγαπημένο μου καταφύγιο. Σε κάθε γωνιά του υπήρχε και κάτι που μου θύμιζε πως και εσύ ήσουν κομμάτι του πια, ένα κομμάτι που δυστυχώς είχα προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Ασυναίσθητα πήρα στα χέρια μου μια μακό μπλούζα που συνήθως φορούσες τις Κυριακές, όταν χουζουρεύαμε μπροστά στην τηλεόραση. Έσκυψα και μύρισα το άρωμα του κορμιού σου και ξαφνικά βρέθηκα να βγάζω χολές στο μπάνιο. Θεέ μου, τι είχα κάνει! Ήσουν ό,τι καλύτερο μου είχε δώσει η ζωή και εγώ… σε πρόδωσα!

Έκλεισα κινητά – σταθερά και κρύφτηκα απελπισμένη κάτω από τα σκεπάσματα, μέχρι το επόμενο ξημέρωμα. Δεν αναρωτήθηκα καν γιατί δεν εμφανίστηκες, γιατί δεν έδωσες σημεία ζωής. Μια μικρή κούτα με όλα τα δώρα που σου είχα κάνει και όλες τις αναμνήσεις που είχες κρατήσει και ένας άσπρος φάκελος μ’ ένα τυπικό σημείωμα, με δυο πικραμένα λόγια και την υπογραφή σου, αυτό ήταν ο επίλογος της σχέσης μας. Δεν σε αδικώ, δεν σου άξιζε η προδοσία μου. Πήρα την κούτα, πρόσθεσα και τις δικές μου αναμνήσεις, έγραψα μια τυπική δήλωση παραίτησης και εξαφανίστηκα. Δεν είχα κουράγιο ν’ αντιμετωπίσω τις συνέπειες της ανώριμης συμπεριφοράς μου, δεν είχα κουράγιο να βρεθώ αντιμέτωπη με την αλήθεια και ας την ήξερα.

Τέσσερα χρόνια τώρα, παλεύω να ξαναβρώ τις ισορροπίες μου, ακόμη μου είναι αδύνατο να σ’ αντιμετωπίσω, να σταθώ μπροστά σου και να σου πω “συγνώμη”. Και τότε… “Περίμενα πως μετά από τόσο καιρό, επιτέλους θα έβρισκες το κουράγιο να μ’ αντιμετωπίσεις. Μου άξιζε, μου αξίζει μια εξήγηση, έτσι δεν είναι μικρή;”.

Μαχαιριά εκείνο το “μικρή”, είχα να το ακούσω τέσσερα χρόνια και τώρα το ένιωθα να με μαχαιρώνει βαθιά. Δεν ξέρω πού βρήκα τη δύναμη να σηκώσω το βλέμμα μου και να σ’ αντικρύσω, εκεί, στη γωνιά που είχα τρυπώσει για να κρυφτώ από τις τύψεις μου. Για μια στιγμή μονάχα έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να βρω τη φωνή μου, τη συνείδησή μου, είχες δίκιο, έπρεπε να δώσω μια κάποια εξήγηση.

Οι λέξεις άρχισαν να βγαίνουν με θάρρος, με σεμνότητα, ίσως και μια υποψία ανακούφισης. Κάρφωσα το βλέμμα μου μέσα στο δικό σου και άφησα μια ειλικρινή-γυμνή διήγηση, να σου αποκαλύψει την προδοσία μου, τις πιο κρυφές μου σκέψεις, τις τύψεις μου. Συνέχισα χωρίς διακοπή, μέχρι που η ανάσα πια κουρασμένη καταλάγιασε ανάμεσα στα χείλη. Σε είδα να διστάζεις και μετά με μια απίστευτη άνεση να ζητάς από μια υπάλληλο έναν γαλλικό καφέ. Εκείνος ήταν ο πιο ζεστός, ο πιο γλυκός καφές που μοιραστήκαμε οι δυο μας. Πριν μ’ αποχαιρετήσεις, έσκυψες και με φίλησες έτσι όπως δεν το είχες κάνει ποτέ! Τα ‘χασα! “Μου ‘λειψες πολύ μικρή! Τόσο που δεν μπορώ να σου περιγράψω! Εύχομαι κάποια στιγμή η μοίρα να σταθεί καλή μαζί μας και να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία…”.

Μαρία Σταυρίδου

https://www.mariastavridou.gr/

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.