Όταν σε είδα να μπαίνεις στο δωμάτιο, νομίζω πως για μια στιγμή η ανάσα μου σταμάτησε… Ψηλός, αγέρωχος, με μια έντονα γκρίζα τούφα στα μαλλιά, που βάλθηκε να προσθέσει ακόμη περισσότερη γοητεία στην υπέροχη φιγούρα σου. Ο πρόεδρος της εταιρίας, ως είθισται, έκανε τις συστάσεις και εσύ ομολογώ πως έπαιξες καταπληκτικά τον ρόλο σου. Αν δεν ήξερα την αλήθεια, θα ορκιζόμουν πως ήταν η πρώτη φορά που με συναντούσες στη ζωή σου. Για κακή μου τύχη σε είδα να κάθεσαι ακριβώς απέναντί μου στη συνέλευση, μαζί με μια υπέροχη κυρία με κατακόκκινα μαλλιά, που δεν έπαιρνε στιγμή τα μάτια της από πάνω σου. Άραγε γιατί μ’ ενοχλούσε τόσο η προσοχή που σου έδειχνε;

Ήταν ίσως μια από τις πιο δύσκολες μέρες της ζωής μου. Μέχρι ν’ ακούσω τον πρόεδρο να δηλώνει το τέλος της συνέλευσης, το στομάχι μου αρρώστησε. Βγήκα από την αίθουσα μουδιασμένη, κοίταξα για λίγο γύρω μου σε μια προσπάθεια να θυμηθώ πού ακριβώς βρισκόταν το γραφείο μου. Τελικά ακολούθησα τα βήματα μιας γραμματέως και τρέμοντας κλείστηκα στο γωνιακό γραφείο, που είχα πολεμήσει με θεούς και δαίμονες για ν’ αποκτήσω. Έκλεισα τις περσίδες για πρώτη φορά στον ενάμιση χρόνο που δούλευα πια σ’ εκείνον τον όμορφο φωτεινό χώρο και με μια κουρασμένη φωνή ζήτησα κάτι με αλκοόλ, από την έκπληκτη συνεργάτιδά μου.

Βρέθηκα μ’ ένα μικρό ποτήρι βότκα, να προσπαθώ να ξαναβρώ τη ψυχραιμία μου. Δεν κατάφερα να δουλέψω ούτε για μια στιγμή. Άφησα τις ώρες να δραπετεύουν μέσα από εκείνο το μικρό διαφημιστικό ποτηράκι, που συνέχιζα να γεμίζω με βότκα και ταξίδεψα μαζί του σ’ εκείνο το αξέχαστο καλοκαίρι, που η μοίρα μας έφερε στο μικρό νησί, το πατρικό του πατέρα μου… Δεν ήταν η πρώτη φορά που κολυμπούσα μόνη στον όρκο της Γοργόνας, ήταν όμως η πρώτη φορά που ένα ξαφνικό και επίμονο μούδιασμα στο αριστερό πόδι, με ανάγκασε ν’ αφήσω τον πανικό να με καταβάλει. Πολέμησα να κρατηθώ ψύχραιμη, όταν δυο χέρια άξαφνα κλείστηκαν προστατευτικά γύρω από το κορμί μου. “Ήρεμα! Όλα θα πάνε καλά…”. Κοίταξα τον θεόρατο “Ποσειδώνα” να με παρασέρνει με μια απίστευτη ευκολία στην ακροθαλασσιά και με μια κίνηση που θα ‘λεγε κανείς πως δεν τον δυσκόλεψε καθόλου, να με σηκώνει στα δυο του χέρια σαν μικρό παιδί. “Τι ακριβώς έπαθες;” με φωνή που δεν αναδείκνυε καθόλου πως μπροστά του υπήρχε μια πολύ σοβαρή και επιτυχημένη δικηγόρος, που μόλις είχε καταφέρει να γίνει συνεργάτης σε μια από τις πιο επιτυχημένες εταιρίες της πρωτεύουσας, άρχισα να του εξηγώ…

Πόσο περίεργο, τα χέρια του που προσπαθούσαν να βοηθήσουν το πόδι μου να ξεμουδιάσει, ήταν σαν χάδι, σαν ερωτικό χάδι που… Εικόνες, δεκάδες ερωτικές εικόνες μ’ εκείνα τα χέρια, που απίστευτα σίγουρα για τις κινήσεις τους ταξίδευαν όχι με θράσος ή χυδαιότητα, μα με μια απίστευτη άνεση πάνω στο πόδι μου. Πόσο θα ‘θελα να ταξίδευαν σ’ όλο το κορμί μου… Ξαφνικά αισθάνθηκα ευάλωτη, σαν να είχα χάσει ως δια μαγείας το μαγιό μου και να βρισκόμουν ολόγυμνη εκεί, σχεδόν μέσα στα χέρια του. Σχεδόν σε πανικό, ψιθύρισα ένα “συγνώμη”… ή μήπως ένα “ευχαριστώ” και το έβαλα στα πόδια. Ήθελα να εξαφανιστώ από τον όρμο, από το νησί, από τον κόσμο όλο! Δεν μου είχε ξανασυμβεί. Ομολογώ πως δεν πίστευα στους άνδρες που μπορούσαν να σου προκαλέσουν τέτοια κύματα ερωτισμού. Όχι ότι ήμουν τόσο έμπειρη, όμως ποτέ δεν πέρασε καν από τη σκέψη μου, πως ένα χάδι, ένα άγγιγμα τόσο απλό, είχε την ικανότητα να γεννήσει την ερωτική επιθυμία και όχι μόνο…

Έκανα να κατέβω στην παραλία σχεδόν μια βδομάδα, κλείστηκα στο σπίτι και βυθίστηκα στις ερωτικές περιπέτειες μιας μοντέρνας συγγραφέως, κατάπινα τα βιβλία της το ένα μετά το άλλο, σαν ν’ αναζητούσα εκείνα τα χέρια μέσα στις σελίδες των βιβλίων. Τελικά ένα ξημέρωμα δεν κατάφερα να συγκρατηθώ και σχεδόν τρέχοντας κατέβηκα στην μικρή παραλία του όρμου. Λαχταρούσα να πέσω στα κρυστάλλινα νερά, να ξεδιψάσω το κορμί μου, που όλες εκείνες τις μέρες πολέμαγε με δαίμονες, με δυο χέρια που δεν σταμάταγαν στιγμή να οργώνουν το κορμί μου, να σπέρνουν ηδονές, να φυτεύουν πόθους…

Έπεσα με φόρα στο νερό και συνέχισα να κολυμπάω, μέχρι που η ανάσα κουρασμένη μ’ ανάγκασε ν’ ανοίξω τα μάτια και να σταθώ για μια στιγμή ν’ απολαύσω την ομορφιά που απλωνόταν γύρω μου. Η νέα αυγή, όμορφη όσο ποτέ, ένα αίσθημα μαγείας και εγώ σαν χαμένη να κοιτάζω και να γελάω. “Η μικρή μου γοργόνα, που περιμένω τόσες μέρες να φανεί, τελικά με καταδέχθηκε…”. Τρομαγμένη αναπήδησα, ενώ δυο χέρια – εκείνα τα χέρια – αμέσως τυλίχτηκαν γύρω μου. “Πάλι σε τρόμαξα; Δεν θα σ’ αφήσω να μου φύγεις πάλι, όχι τόσο εύκολα!”. Σήκωσα το βλέμμα μου αυστηρό πάνω σ’ εκείνο το πρόσωπο, που μα το Θεό, ήταν αποφασισμένο να με κατακτήσει. Δεν ξέρω καν πώς βρέθηκα έρμαιο μέσα στα χέρια του, με την ανάσα του να ταξιδεύει στο πρόσωπό μου, με τη σιωπή του να μου ψιθυρίζει ποιήματα έρωτα.

Δεν θυμάμαι να μιλήσαμε… πόσο περιττά είναι τα λόγια τέτοιες στιγμές, που τα βλέμματα αποκαλύπτουν όλα τα μικρά μυστικά της ύπαρξής μας! Για μια στιγμή νόμισα πως χορεύαμε μέσα στο νερό, πως τα χέρια του με στριφογύριζαν σε μια δίνη που ξυπνούσε το κορμί μου από λήθαργο βαθύ. Όταν τα χείλη του βρέθηκαν να χαϊδεύουν τα δικά μου, το κορμί μου βρισκόταν παραδομένο στην υγρή άμμο της ακροθαλασσιάς. Πώς μπορεί κάποιος να σου κάνει έρωτα μόνο με φιλιά… με μικρά ταξιδιάρικα φιλιά, που αφήνουν τα μονοπάτια τους στα πιο απόκρυφα σημεία του κορμιού σου, στα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής σου!

Το ταξίδι στη μαγεία κράτησε έναν μήνα και κάτι. Πέντε βδομάδες παραδομένες στον πιο ηδονικό ερωτισμό που βίωσα ποτέ. Σ’ έναν άνδρα που είχε την ικανότητα να με υπνωτίζει, να με κατακτά μ’ ένα απλό χάδι, μ’ ένα φιλί αλμυρό σαν θάλασσα, μ’ ένα ψίθυρο “σε θέλω”, που μέσα του έκρυβε τα πιο ερωτικά λόγια έρωτα. “Πρέπει να φύγω, όλοι με ψάχνουν. Υποσχέσου μου πως με το που θα επιστρέψεις στην πόλη, θα φροντίσεις να βρεθούμε ξανά. Δεν θέλω να χαθούμε μικρή μου γοργόνα!”… 

Δεν ξέρω αν ήταν ο φόβος που μου προκαλούσε εκείνη η σιγουριά στη φωνή του, ο πανικός απ’ όλα εκείνα τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που ξαφνικά ένιωθα ή οι συμβουλές του πατέρα μου να επικεντρωθώ στην καριέρα μου, που μ’ εμπόδισαν να τηρήσω την υπόσχεσή μου. Και τώρα, δυο χρόνια μετά από εκείνο το καλοκαίρι και εκατοντάδες μηνύματα που δεν τόλμησα ποτέ να του στείλω, εκείνος δήλωνε “Νέος συνεργάτης”. Θεέ μου… Όταν κατάφερα ν’ ανοίξω τις περσίδες, γύρω μου επικρατούσε το σκοτάδι. Τα γραφεία είχαν ερημώσει, ενώ η μέρα είχε παραδοθεί στην θεά νύχτα. Μηχανικά έβγαλα τα ψηλοτάκουνα, φόρεσα τα σνίκερς, άφησα λυτά τα μαλλιά και ήπια μονορούφι την τελευταία δόση κουράγιου. Ίσως τελικά είχε έρθει η στιγμή να το βάλω κυριολεκτικά στα πόδια. Μήνες τώρα ο πατέρας μου προσπαθούσε να με πείσει ν’ ανοίξω το δικό μου γραφείο. Ίσως έτσι έπρεπε να γίνει…

Μπήκα στο ασανσέρ μουδιασμένη. Δεν ξέρω αν ήταν η βότκα, το άδειο στομάχι ή εκείνα τα μάτια που δεν έλεγαν να φύγουν στιγμή από μπροστά μου. Κατέβηκα στο πάρκινγκ, αναζητώντας ταυτόχρονα τα κλειδιά. Όσο πιο γρήγορα έφευγα, τόσο το καλύτερο. Ήμουν έτοιμη να μπω στο αυτοκίνητο όταν… “Ήμουν διατεθειμένος να σε περιμένω μέχρι το ξημέρωμα!”. Εκείνα τα χέρια, ακόμη πιο σκληρά, πιο απότομα και όμως… εκείνα τα χέρια πόσο απίστευτα διαολεμένα μου είχαν λείψει!

Θυμάμαι μονάχα κάτι σαν έναν έντονο λυγμό, αναστεναγμό, ίσως και βογγητό, δεν… δεν μπορώ να ξεχωρίσω και δυο χείλη να με καταδικάζουν στη σιωπή. Ένα φιλί καταδίκη, θάνατος μαζί και ζωή και μετά… το απόλυτο κενό. Άνοιξα τα μάτια μέσα σε μια αγκαλιά που όριζε πως θα με κρατούσε για πάντα αιχμάλωτη, άνοιξα τα μάτια όταν δυο χείλη μου δίναν υποσχέσεις για έναν θάνατο μικρό και μια ζωή γεμάτη “σ’ αγαπώ”

Μαρία Σταυρίδου

https://www.mariastavridou.gr/

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.