Παραμονή γιορτών και μια ανοιξιάτικη λιακάδα με ακολουθούσε, ζέσταινε την παγωνιά που κατάψυχα κουβαλούσα. Πέρναγα μπροστά από τα παρατημένα βαγόνια, ο δήμος καράβια τα είχε κάνει και τα είχε πετάξει μπροστά στη θάλασσα. Πάντα μου άρεσε αυτή η μεριά της πόλης μου, ήσυχη και έτοιμη για ταξίδι. Με εισιτήριο τον καφέ μου, μπήκα στο τελευταίο βαγόνι, αυτό που το σκούριαζε το κύμα, όπως το ακουμπούσε. Όπως ψεύτικα κι εσύ με ακουμπούσες, με γέμιζες σκουριά και ζημιά…

Το βαγόνι δεν έχει ξεφορτωθεί ποτέ την οσμή του ταξιδιού, εγώ δεν είχα απαλλαγεί ποτέ από την μυρωδιά σου. Τα πάντα είχα φορτωθεί, τα χέρια, την φωνή, το κοίταγμά σου, πιο πολύ όμως με είχες φορτώσει με το ψέμα σου. «Μην αλλάξεις τίποτα!» σου φώναζα, γιατί σε είχα πιστέψει για αλήθεια. Κι εσύ γελούσες γνωρίζοντας την δική σου απάτη. Τι ψάχνω τώρα μέσα στο βαγόνι, ποιο δρόμο, αφού όλα μαζί σου ταξίδι στο ψέμα ήταν… Μόνο η χαρά μου λείπει, η δική μου χαρά, που ερχόμουν να σε βρω κάποιες χειμωνιάτικες λιακάδες σαν τη σημερινή. Ολόδική μου τελικά αυτή η χαρά, απόδειξη έγινε. Μου έδειξε, μέχρι πού μπορώ να φτάσω όταν αγαπήσω. Παντού! Κι εσύ τότε άνοιγες μια αγκαλιά, που πάνω της ακουμπούσα μια ζωή ολόκληρη. Πάνω στο ψέμα σου έφερα τη ζωή μου και μου χαμογελούσες με δήθεν ειλικρίνεια. Διάφανο για ήλιο σε έβλεπα. Πόσο επικίνδυνο ταξίδι ήσουν!

Έφυγα στη μέση αυτής της διαδρομής, κατέβηκα σε μια στάση ξαφνικά. Έμπειρε, δεν είχες προβλέψει την εγκατάλειψή σου. Τώρα γυρνάω με τα χέρια στις τσέπες, γιατί δεν θέλω άλλα χέρια πάνω στα δικά μου. Δεν σε δέχομαι όμως πάλι δίπλα μου σε κανένα ταξίδι. Μόνη μου ορίζω τώρα αφετηρίες και προορισμούς. Η πυξίδα μου μακριά σου ξαναδούλεψε. Κατάλαβα ότι το ταξίδι είναι δικό μου, οι συνταξιδιώτες είναι ανάγκη, αλλά όχι προϋπόθεση. Πίνω λίγο από τον καφέ μου κοιτάζοντας κατά την θάλασσα, πόσα ταξίδια μου χρωστάω, γελαστά, ονειρεμένα, αληθινά…

Δεν χωράει το ψέμα σου ούτε στις αποσκευές μου, άχρηστο βάρος είναι. Χωρίς βαρίδια φεύγω, δεν θα μου λείψεις, έχω λύσει τους κάβους μου. Θα λέω πάντα ευτυχώς, που δεν βγήκαν τα εισιτήρια μαζί σου. Κοιτάζω το βαγόνι και σκέφτομαι τι έχει κουβαλήσει, πόσους έρωτες και πόσες μοναξιές. Βλέπω το πρόσωπό μου μέσα στο θολό του τζάμι και τώρα βλέπω καθαρά, χαμογελάω. Δικά μας τα ταξίδια, δικοί μας οι εύκολοι και οι δύσκολοι δρόμοι, άξιες και ανάξιες αγάπες και αυτές δικές μας στιγμές αναμέτρησης είναι. Εάν δεν χαραχτείς για δρόμος, πώς θα περάσει η ζωή από μέσα σου; Εάν δεν χαράξεις τους δρόμους σου, πώς θα γίνουν τα ταξίδια σου; Ευτυχώς που δεν ξεμένω ποτέ από εισιτήρια, η ψυχή μου έχει ανείπωτες αντοχές. Σκέφτομαι το κόκκινο, γιορτινό μου φουστάνι, μόνο κόκκινο από άποψη φοράω στις γιορτές. Απόδειξη της αντοχής μου γίνεται ακόμα και το ύφασμα που με ντύνω. Η λιακάδα έχει μπει μέσα στο βαγόνι. Βγαίνω στο χειμωνιάτικο ήλιο, γελαστή, η ζωή είναι έξω και με περιμένει πάνω στους δρόμους μας. Μέσα στο σκουριασμένο βαγόνι παράτησα σκόπιμα δυο αποσκευές, εσένα και την θλίψη μου…

Ειρήνη Μουμούρη

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.