Στάθηκα για λίγο κάτω από τη βροχή και έριξα μια τελευταία ματιά στην τελευταία σου “κατοικία”, δεν ήθελα να φύγω, μα το κορμί δεν άντεχε άλλο. Σχεδόν δεν αισθανόμουν τα πόδια μου, φοβόμουν πως θα ήταν αδύνατο ακόμη και να ελέγξω τα βήματά μου μέχρι το κατσαριδάκι μας. Δεν ξέρω καν πώς κατάφερα να το βάλω μπρος και να βγω στον δρόμο, δεν ήθελα όμως να επιστρέψω στο καταφύγιό μου. Μόλις σε λίγες ώρες η υφήλιος θ’ αποχαιρετούσε τον παλιό χρόνο, αυτόν τον καταραμένο γέρο που είχε γράψει στα κιτάπια του πως έπρεπε να σε πάρει κοντά του και θα καλωσόριζε τον νέο, αυτόν που με είχε γραμμένη στη λίστα με τους απελπισμένους της ζωής. Βγήκα στον περιφερειακό, ενώ για έναν διαολεμένο λόγο η βροχή συνέχιζε στα μάτια μου. Αισθανόμουν μουδιασμένη, σαν να ζούσε μια άλλη γυναίκα μέσα στο κορμί μου και εγώ απλώς είχα εγκλωβιστεί εκεί, σε μια μικρή γωνιά, που υπήρχε χαραγμένο τ’ όνομά σου. Συνέχισα να οδηγώ και ν’ ακούω τα τραγούδια που είχαν σημαδέψει την σύντομη, κοινή ζωή μας. Πέντε χρόνια μαζί, πέντε χαρισμένα χρόνια στον έρωτα και σε μια παράλογα μοναδική αγάπη. Πέντε χρόνια ταμένα στο γέλιο, στη ξενοιασιά, στην ηδονή…

Ασυναίσθητα το θολωμένο μου βλέμμα συνάντησε το είδωλο στο κάτοπτρο και ξαφνικά αναπήδησα τρομαγμένη! Μια μάγισσα μ’ ένα αγριεμένο, κατάχλωμο πρόσωπο, είχε φυλακίσει το κορμί μου και με οδηγούσε στο άγνωστο. Δεν ξέρω πώς ξαφνικά ο ορίζοντας έγινε το απέραντο γαλάζιο. Η κυρά που με κοίταζε ταραγμένη, που κοντά της πέρασα μερικές από τις ομορφότερες στιγμές μαζί σου, η κυρά που λάτρευες μετά από μένα. Αδιαφορώντας και για το κρύο και για το ψιλοβρόχι, βγήκα από το αυτοκίνητο και πλησίασα την ακροθαλασσιά. Για μια στιγμή σκέφτηκα να κάνω ακόμη ένα βήμα, ένα βήμα στα ρηχά και μετά ακόμη ένα και ακόμη ένα και μετά… Κάτι με συγκράτησε, δεν ξέρω τι, δεν μπορώ να το εξηγήσω, ήταν όμως σαν ένα αόρατο χέρι να με σταμάτησε, να μ’ εμπόδισε. Το βλέμμα μου συνάντησε μια σακατεμένη βάρκα, που μετά από λίγο έγινε το καταφύγιό μου. Αυτό ήταν λοιπόν, εγώ, η κυρά που αγαπούσες και ανάμεσά μας ένας απίστευτος καημός και ένας πόνος που ώρα με την ώρα δυνάμωνε.

Κάποια στιγμή ήταν δύσκολο ακόμη και ν’ ανασάνω. Ήμουν έτοιμη να παραδοθώ σ’ έναν πρωτόγνωρο πανικό, όταν από το πουθενά βρέθηκε ένας πιτσιρικάς να με ρωτάει αν είδα τη μητέρα του. Τα ‘χασα… πώς βρέθηκε εκεί ένα μικρό παιδί μόνο του; Αμέσως σηκώθηκα και το πήρα προστατευτικά στα χέρια μου. Τα ματάκια του ήταν δακρυσμένα, ενώ ήταν παγωμένο και βρεγμένο. Αρχίσαμε μαζί να ψάχνουμε τη μητέρα του, η παραλία έρημη, η βροχή να δυναμώνει και ο μικρός να μη σταματά να τρέμει από το παράπονο και από to έντονο κρύο. Τελικά αναζητήσαμε καταφύγιο σε μια μικρή καλύβα ενός ψαρά, που γνώριζε και τον πιτσιρικά και τη μάνα του. Μου εξήγησε πως η γυναίκα έψαχνε για μεροκάματο, πως ήταν μόνοι τους και απροστάτευτοι και πως και ο ίδιος κάποιες φορές τους βοηθούσε, για να τα βγάλουν πέρα. Ειρωνεία της μοίρας, ο πιτσιρικάς είχε τ’ όνομά σου… Νομίζω πως άκουσα την καρδιά μου να σπάει σε χίλια κομμάτια, όταν άκουσα τον ευγενικό ψαρά να φωνάζει τον πιτσιρικά με τ’ όνομά σου.

Ο γέρος είχε ετοιμάσει ψαρόσουπα και με χαρά πρότεινε να μας φιλέψει, ενώ εγώ μετά από πολύ καιρό του ζήτησα ομολογώ με αρκετό θράσος, να ετοιμάσω λουκουμάδες με ζάχαρη και κανέλα, ακριβώς όπως τους αγαπούσες. Φάγαμε ακούγοντας ιστορίες από τα μακρινά ταξίδια του γέρου ψαρά, φάγαμε με όρεξη και μα το Θεό ήταν η πιο νόστιμη ψαρόσουπα που είχα φάει στη ζωή μου! Κατάπινα τις γουλιές και ήταν σαν να κατάπινα ζωή, θαλπωρή, ένα χάδι στη ψυχή. Ο πιτσιρικάς ζωήρεψε με τη ζεστή σούπα και τους λαχταριστούς λουκουμάδες, που δεν είχε ξαναδοκιμάσει στη στερημένη του ζωή. Τον παρατηρούσα σιωπηλή, πώς γέμιζε κάθε μπουκιά λουκουμά με άφθονη ζάχαρη και μετά με ορμή την έσπρωχνε μέσα στο στόμα του. Τώρα γελούσαν ακόμη και τα μάτια του, ενώ κανείς δεν μπορούσε να του πάρει την πιατέλα από μπροστά. Ασυναίσθητα χαμογέλασα, χωρίς να πονάω, χωρίς να θέλω να ξεσκίσω τα σωθικά μου, απλώς κοίταζα εκείνον τον υπέροχο πιτσιρικά, που ήταν το νόημα της ίδιας της ζωής και σκεφτόμουν πόσο πολύ θα ήθελα το παιδί σου…

Μια ανάσα πριν τα μεσάνυχτα, η μάνα του κατάκοπη, βρεγμένη μέχρι το κόκκαλο, μα με μια αγκαλιά καλούδια για τον αγαπημένο της γιο, μπήκε στην καλύβα και μας ευχαρίστησε που βοηθήσαμε και κρατήσαμε ασφαλή τον μοναχογιό της. Έφυγα από εκείνη την ευλογημένη καλύβα λίγο πριν ξημερώσει, άφησα ένα γερό χαρτζιλίκι για Πρωτοχρονιάτικο δώρο κάτω από το μαξιλάρι του πιτσιρικά, ευχαρίστησα μ’ ένα ζεστό φιλί τον γέρο ψαρά και επέστρεψα στο μικρό κατσαριδάκι μ’ ένα αίσθημα γλυκιάς ανακούφισης. Δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί αισθανόμουν έτσι… Δέκα μέρες μετά, διαπίστωσα πως ο Θεός μου είχε κάνει το μεγαλύτερο δώρο ζωής! Οκτώ μήνες μετά, κρατούσα στην αγκαλιά μου τον δικό μας πιτσιρικά. Σήμερα αγάπη μου τον βαφτίζουμε, θα έχει και αυτός τ’ όνομά σου, ενώ για νονό επέλεξα τον συνονόματό σας…

Μαρία Σταυρίδου

https://www.mariastavridou.gr/

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.