Όταν άκουσα τη μητέρα σου, να λέει στη δική μου πως το είχες πάρει απόφαση να συνεχίσεις τις σπουδές σου στο εξωτερικό, αισθάνθηκα ένα μαχαίρι να καρφώνεται με δύναμη στα σωθικά μου. Σ’ έχανα… σ’ έχανα γι’ ακόμη μια φορά, μόνο που αυτή τη φορά δεν θα ήταν μια ακόμη αδιάφορη καρακάξα-συμφοιτήτρια που ήθελες να περάσεις την ώρα σου μαζί της, τώρα ήταν ένα ταξίδι στην άλλη άκρη της γης, ένα ταξίδι που πιθανότατα θα σε κράταγε μακριά μου για πάντα! Ήταν αδύνατο να κρύψω την στεναχώρια μου, προσπαθούσα να δείχνω αδιάφορη, μα δεν τα κατάφερνα. Χωρίς να το θέλω απομονώθηκα στο μικρό μου καταφύγιο, σε κείνη τη μικρή γωνιά στον κήπου, που πριν από μερικά χρόνια τόλμησες και άγγιξες φευγαλέα τα χείλη μου, εκείνο το πρώτο αξέχαστο φιλί, που καμώνεσαι πως δεν δόθηκε ποτέ. Κλείστηκα στον εαυτό μου, μια που δε μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν για τα συναισθήματά μου, γι’ αυτήν την τρέλα που σάρωνε τη λογική, που ήταν η πρωταγωνίστρια της ζωής μου, ο δυνάστης μου…

Η ανορεξία, οι ατέλειωτες ώρες απομόνωσης και σιωπής, παρότι δεν το ήθελα, κίνησαν το ενδιαφέρον όλων, ακόμη και το δικό σου. Όταν σε είδα να στέκεσαι μια ανάσα μακριά μου, ανάμεσα στις φοβισμένες τριανταφυλλιές, που έτρεμαν μην τυχόν και τις αγγίξει η παγωνιά, άρχισα να τρέμω και εγώ έντονα. Χωρίς να μιλήσεις, έβγαλες το πουλόβερ σου και το άφησες τρυφερά γύρω από τους ώμους μου. Ήθελα να το αρνηθώ, να το πετάξω, μα μόλις με κατέκτησε η μυρωδιά σου, ο θυμός μου μούδιασε μονομιάς, ναρκώθηκε… Άρχισες να μιλάς για άσχετα θέματα, για φίλους, για θέατρο, για μουσική, μέχρι που βρήκα το κουράγιο και οι λέξεις σοκαρισμένες σαν από μόνες τους σε ρώτησαν πότε ακριβώς θα φύγεις. “Έχουμε καιρό ακόμη… μετά τις γιορτές…”. Δεν απάντησα, σφράγισα με πείσμα τα χείλη, όσο και αν πάλευαν οι λέξεις που είχαν μεταμορφωθεί σε κραυγές απόγνωσης να ξεφύγουν, τις αιχμαλώτισα για πάντα μέσα μου… μέσα μου, δίπλα στην καρδιά, μαζί μ’ εκείνη την τρέλα που με είχε κατακτήσει και δεν έλεγε να μ’ αφήσει ελεύθερη. Σχεδόν το ‘βαλα στα πόδια, χωρίς καν να σ’ αφήσω να τελειώσεις τη φράση σου. Άκουγα τη φωνή σου έκπληκτη να με φωνάζει, να προσπαθεί να με σταματήσει. Τίποτα όμως δεν μπορούσε να σταματήσει τα βήματά μου εκείνη τη στιγμή!

Δεν ξέρω καν πώς βρέθηκα στο δωμάτιο να κλαίω μ’ αναφιλητά στην αγκαλιά της γιαγιάς, που προσπαθούσε να καθαρίσει το πρόσωπό μου από τα δάκρυα που είχαν θυμώσει και δεν έλεγαν να σταματήσουν. Από εκείνο το απόγευμα σ’ απέφευγα όπως ο διάολος το λιβάνι, μέχρι που σε είδα να στέκεσαι στο κατώφλι του σπιτιού μας παραμονή Πρωτοχρονιάς, κρατώντας μια τεράστια πιατέλα και χαμογελώντας σαν σταρ του σινεμά. Ήθελα να σου κλείσω με δύναμη την πόρτα στα μούτρα, αντ’ αυτού έκανα πέρα να περάσεις και βοήθησα τη μητέρα σου, που κρατούσε δεκάδες τσάντες με τα δώρα που είχατε φέρει. Όπως πάντα ήσουν το επίκεντρο της συντροφιάς και εγώ ένας σιωπηλός παρατηρητής, που δεν είχε κουράγιο να συνεχίσει, που μετρούσε τις στιγμές μέχρι να το σκάσει στο μικρό του καταφύγιο, που παρακάλαγε να γίνει σεισμός,  πυρκαγιά, κακό μεγάλο και όλοι να εξαφανιστούν, ακόμη και εσύ! Κατάφερα τελικά κάποια στιγμή να ξεφύγω από τα βλέμματα όλων και να τρυπώσω καταρρακωμένη στο δωμάτιό μου. Δεν είχα διάθεση ούτε για ευχές, ούτε για αστεία πειράγματα, ούτε για ιστορίες του παρελθόντος, δεν είχα διάθεση για τίποτα. Σε λίγο θα έμπαινε ένας χρόνος μοναξιάς, ο πρώτος χρόνος μοναξιάς χωρίς εσένα και ήξερα πως θ’ ακολουθούσαν και άλλοι πολλοί, αμέτρητοι!

Χωρίς να το θέλω άρχισα να κλαίω. Κουλουριασμένη σε μια γωνιά του δωματίου, κρυμμένη στο σκοτάδι, άφησα τους λυγμούς επιτέλους να βρουν διέξοδο διαφυγής και να ξεσπάσουν σαν καλοκαιρινή μπόρα μέσα στο καταχείμωνο. “Γιατί κλαις μάτια μου όμορφα;”. Άφησα να μου ξεφύγει μια κραυγή τρομαγμένη και έκανα να τραβηχτώ μακριά από τον αναπάντεχο εισβολέα, όταν αντίκρυσα το βλέμμα σου τρυφερό όσο ποτέ, την ίδια ώρα που αισθάνθηκα τα χέρια σου να με αιχμαλωτίζουν με δύναμη. “Άφησέ με!”, “Ποτέ! Μ’ ακούς; Ποτέ δεν θα σ’ αφήσω! Να πάνε στο διάολο όλοι τους και η φιλία τους και οι φόβοι τους. Εσύ είσαι δικιά μου! Μ’ ακούς μικρή μου ποιήτρια; Δικιά μου!”. Εκείνο δεν ήταν το πρώτο μας φιλί, ήταν η παράδοση αιχμαλώτων στον έρωτα, ήταν η σφραγίδα αιώνιας καταδίκης, ήταν ζωή και θάνατος μαζί, ήταν ό,τι ονειρεύτηκα και ό,τι λαχταρούσα. Όχι, εκείνη δεν ήταν η τελευταία Πρωτοχρονιά που θα ήμασταν μαζί, ήταν απλώς η πρώτη που κατάφερες να βρεις το κουράγιο να μου πεις “Είσαι δικιά μου!”…

Μαρία Σταυρίδου

https://www.mariastavridou.gr/

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.