Είχα την αίσθηση πως όλοι με λυπόντουσαν, ήταν οι πρώτες γιορτές μετά τον χωρισμό μας και ήξερα πως κάποιοι φίλοι και συγγενείς αισθανόταν κάπως άβολα για την κατάστασή μου. Χωρίς γονείς, χωρίς σύζυγο πια, χωρίς παιδιά… μια έρημη καρδιά που σίγουρα θα φοβάται να μείνει μόνη στα σκοτεινά. Μετά το διαζύγιο, αφού αναγκαστήκαμε να πουλήσουμε το σπίτι που είχαμε αγοράσει πριν τον γάμο, επέστρεψα στο μικρό δυαράκι που μου είχε αφήσει για προίκα η γιαγιά μου. Ομολογώ πως δεν άντεχα να ζήσω μόνη σ’ εκείνο το πελώριο σπίτι, που σε κάθε γωνιά του υπήρχε εγκλωβισμένη και μια ανάμνηση από μένα και σένα. Η πολυκατοικία παλιά και οι λιγοστοί “συγκάτοικοί” μου, όλοι μετά τα εξήντα, οι περισσότεροι έρημοι συνταξιούχοι που ή είχαν άρρωστο το ταίρι τους ή δεν είχαν καθόλου ταίρι. Η απόλυτη μοναξιά λοιπόν στα τρία πατώματα, που φιλοξενούσε καμιά εικοσαριά πληγωμένες καρδιές, που ηθελημένα ή μη είχαν καταδικάσει τη ζωή τους στην απομόνωση και στη μοναξιά.

Ετοίμαζα τον πατροπαράδοτο μπακλαβά, όταν είδα μια διαφήμιση στην τηλεόραση, μια διαφήμιση πολύ γνωστού, για να μην πω καλύτερα διάσημου αναψυκτικού, που έδειχνε ακριβώς αυτό… την κατάσταση της πολυκατοικίας μου. Είναι αστείο, το ξέρω και όμως από εκείνη τη στιγμή που είδα τη διαφήμιση, δεν μπορούσα να ησυχάσω. Μια τρελή ιδέα άρχισε να στριφογυρίζει στο μυαλό μου και δεν θα ησύχαζα αν δεν την υλοποιούσα. Είχα μόλις δυο μέρες στη διάθεσή μου για να ετοιμάσω τα πάντα. Καταρχάς απέρριψα με μεγάλη χαρά όλες τις ευγενικές προσκλήσεις που είχα δεχθεί για την Πρωτοχρονιά, μετά κάθισα και ετοίμασα 17 προσκλήσεις για τα διαμερίσματα και των τριών ορόφων, που με πολύ διακριτικότητα τις μοίρασα. Μέχρι το μεσημέρι της επομένης, είχα δεχθεί 9 θετικές απαντήσεις! Συνολικά οι καλεσμένοι μου θα ήταν 12 άτομα και δυο μικρά σκυλάκια. Σχεδόν άρχισα να τσιρίζω από τη χαρά μου, πριν συνειδητοποιήσω πως έπρεπε να κάνω ετοιμασίες για 13 άτομα μαζί με μένα και το κυριότερο να μαγειρέψω. Αποφάσισα πως δεν ήταν αυτή η ευκαιρία για ν’ αποδείξω τις μαγειρικές μου δυνατότητες και επέλεξα απλά, μαμαδίστικα φαγητά, που δόξα το Θεό ήξερα να τα μαγειρεύω καλά. Έκανα τ’ απαραίτητα ψώνια, μεζέδες και κρασιά, άναψα τα δεκάδες λαμπάκια που είχα στολίσει σ’ όλο το σπίτι και κάθισα και ετοίμασα δυο πίτες και δυο μεγάλες σαλάτες, έβαλα ένα ταψί με μπριζόλες και ένα δεύτερο με πατάτες στον φούρνο, έφτιαξα το φημισμένο μου ριζότο και φόρεσα το πιο ζεστό μου χαμόγελο για να καλωσορίσω τους υπέροχους καλεσμένους μου. Δεν σκέφτηκα ούτε τον χώρο, που πραγματικά ήταν πολύ μικρός, ούτε το γεγονός πως δεν γνωριζόμασταν καν, με τους περισσότερους είχαμε το τυπικό “καλημέρα” και “καλησπέρα”.

Δειλά βήματα από χλωμά ντροπαλά, γερασμένα πρόσωπα, που στεκόταν στην εξώπορτα κρατώντας όλοι από ένα μικρό πεσκέσι για την ώρα την καλή όπως ψιθύρισαν και εγώ να μη ξέρω ποιον να πρωτοκαλοσωρήσω. Κάναμε τις συστάσεις μέσα σε μια γλυκιά συστολή και έναν απόλυτα δικαιολογημένο δισταγμό και για να ζεσταθεί κάπως η ατμόσφαιρα, ζήτησα τη βοήθεια του απέναντι γείτονά μου, που τον ήξερα κάπως καλύτερα, για ν’ ανοίξουμε τα κρασιά. Ευχές, λόγια γλυκά με μια νότα παράδοσης, θα μπορούσε κανείς να πει μάλιστα ευχές ρετρό, που όμως έφεραν χαμόγελα στα πρόσωπά μας και μια γλυκιά τρυφερότητα ανάμεσά μας. Το στρωμένο τραπέζι μικρό, μα όπως έλεγε και η γιαγιά μου όλοι οι καλοί χωράνε, οι κακοί είναι στις φυλακές. Έβαλα μουσική στην τηλεόραση και προσπάθησα να τους καλωσορίσω όλους, έναν έναν με τα ονόματά τους και τη μικρή, συγκινητική, προσωπική ιστορία τους. Γεράματα, αρρώστιες, το ταίρι που “έφυγε” για πάντα, παιδιά που σπούδασαν και έμειναν στο εξωτερικό, πολλές τυπικές κάρτες μ’ ευχές και ένα αδιάφορα τυλιγμένο δώρο πριν από μέρες, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και δοσμένο από έναν ψυχρό κούριερ, εγγόνια που πήραν ένα βιαστικό τηλέφωνο, φίλοι που εξαφανίστηκαν, μοναξιά… και κάπου εκεί απρόσμενα μια γειτόνισσα γύρω στα τριάντα, που είχε την πιο τρελή ιδέα να τους καλέσει για Πρωτοχρονιά!

Δεν γινόταν να μην τους πω και τη δική μου ιστορία, τη δική μας ιστορία, που όσο την άκουγα, τόσο διαπίστωνα πόσο ανώριμα, για να μην πω καλύτερα, ανόητα είχαμε φερθεί. Δεν θα ‘πρεπε να ‘χουμε παντρευτεί τόσο βιαστικά, δεν θα ‘πρεπε να ‘χουμε κάνει τόσα επιπόλαια λάθη, το ένα μετά το άλλο, που με ακρίβεια μας έφεραν στο διαζύγιο. “Δεν πειράζει κορίτσι μου, ακόμη είσαι πολύ νέα. Η ζωή βρίσκεται μπροστά σου!”. Δεν θυμάμαι από ποιον άκουσα αυτά τα λόγια, ήταν όμως η καλύτερη συμβουλή για την νέα χρονιά. Ξαφνικά κοίταξα το σπίτι μου… πόσο πολύ είχε “μεγαλώσει” και αμέσως αισθάνθηκα καλά, πολύ καλά! Εκεί μέσα χωρούσαν τα πάντα, δάκρυα, γέλια, έρωτες, φιλίες, παιδιά, εγγόνια, φίλοι καρδιάς, φίλοι μοναξιάς… Φάγαμε και ήπιαμε μέχρι σκασμού, γελάσαμε και κλάψαμε σαν να ήταν η τελευταία μας μέρα, διηγηθήκαμε και ακούσαμε ιστορίες που μας απέδειξαν πως δεν είμαστε οι μόνοι που πονάμε, που χτυπήσαμε, που ματώσαμε, που μετανιώσαμε. Ο νέος χρόνος με βρήκε μ’ ένα ποτήρι κρασί στα χέρια, με δεκάδες χείλη να μου εύχονται και την καρδιά μου πλημμυρισμένη χαρά! Ναι, χαρά και αισιοδοξία!

Τρία χρόνια τώρα γιορτάζουμε τον ερχομό του νέου έτους στο μικρό μου δυαράκι. Αυτά τα χρόνια είχαμε κάνα δυο σημαντικές απώλειες, η παρέα όμως ακόμη δεν το βάζει κάτω. Φέτος μάλιστα για πρώτη φορά θα τους συστήσω εκείνον… Ναι, εκείνον τον αγαπημένο, καινούριο μου έρωτα, που μπήκε στη ζωή μου απρόσμενα και έχει περιέργεια να γνωρίσει τους φίλους της μοναξιάς μου…

Μαρία Σταυρίδου

https://www.mariastavridou.gr/

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.