Είχα συνηθίσει τη μοναξιά, την ερημιά, την άδικη καταδίκη της ζωής μου. Μεγαλωμένη σε ορφανοτροφείο, πάντα μόνη από τα δεκαοκτώ μου, χωρίς συγγενείς, χωρίς φίλους καρδιάς, χωρίς μια ζεστή συντροφιά… 350 μέρες τον χρόνο δεν είχα κανένα πρόβλημα, κατάφερνα να επιβιώσω με αξιοπρέπεια και με την πίστη πως τελικά όλα θα πάνε καλά, πως κάποια στιγμή θ’ αλλάξει διάθεση η μοίρα και θα ομορφύνει και η δική μου ζωή. Για εκείνες όμως τις δεκαπέντε μέρες των γιορτών, η ζωή γινόταν κατάρα σιωπηλή, αισθανόμουν σχεδόν σαν κατάδικος που περίμενε την εκτέλεση διαταγής του απαγχονισμού του. Όσο και αν προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως ήταν απλώς 15 μέρες ταμένες στον υπερκαταναλωτισμό και τις κούφιες ευχές, δεν τα κατάφερνα. Η ψυχή μου αναζητούσε εκείνο το χαμόγελο, πασπαλισμένο με κανέλα και άχνη, εκείνο το χάδι, τη ζεστή αγκαλιά που μαλακώνει κάθε σκοτεινή σκέψη, κάθε παράπονο που έχει η καρδιά και από μακριά εκείνα τα τετριμμένα κάλαντα, να σε νανουρίζουν “Χριστούγεννα πρωτούγγενα…”.

Ήταν του Αγίου Σπυρίδωνος, όταν τυχαία συνάντησα την παλιά μου καθηγήτρια Αγγλικών, που μας έκανε μαθήματα δωρεάν στο ίδρυμα. Μια γλυκιά νοσταλγία μας πλημμύρισε και τις δυο, δεν υπήρχε χώρος για τις άσχημες αναμνήσεις που σημάδεψαν τις καρδιές μας εκείνα τα δύσκολα χρόνια, που η μια έδινε κουράγιο στην άλλη. Τώρα έξι χρόνια μετά, είχαμε να θυμηθούμε μόνο σκανδαλιές, γέλια, αστείες καταστάσεις που τότε φάνταζαν τραγικές. Ενδιαφέρθηκε να μάθει πώς ήμουν, τι είχα καταφέρει στη ζωή μου… Πως ήμουν… “Όλα καλά…”. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να βαρύνω την ατμόσφαιρα, είχα την υγειά μου, τη δουλειά μου, το μικρό μου διαμερισματάκι, που μετά από 25 χρόνια, αν όλα πήγαιναν καλά και κατάφερνα να εξοφλήσω το δάνειο, θα ήταν δικό μου. Τι άλλο να θέλω από τη ζωή; Ίσως… μια ευχή! Ναι, τόλμησα να της πω πως θα ήθελα να πραγματοποιηθεί μια ευχή που είχα από τα παιδικά μου χρόνια, εκείνη η μικρή, το απωθημένο που πια έχει καταχωνιαστεί στο πιο σκοτεινό σημείο της καρδιάς, ένα Χριστουγεννιάτικο μεγάλο τραπέζι, με φίλους πολλούς, με χαμόγελα και τραγούδια, με γλέντι ατόφιο Ελληνικό, που το μπουζούκι και ο αμανές θα κρατούν το μαντήλι για χορό…

Πριν χωριστούμε, η αγαπημένη μου καθηγήτρια μου ευχήθηκε η μικρή μου ευχή να πραγματοποιηθεί. Δεν της απάντησα, ήξερα πως τα θαύματα ποτέ δεν έβρισκαν τη διεύθυνσή μου. Επέστρεψα στο σπίτι μ’ ένα γλυκόπικρο συναίσθημα να κυριαρχεί για ώρες. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και άνοιξα το ραδιόφωνο. Γι’ ακόμη μια φορά επέλεξα γνώριμα τραγούδια να συντροφεύσουν τη μοναξιά μου. Είχα σερβίρει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και είχα κουρνιάσει στην αγαπημένη μου γωνιά, όταν από το πουθενά ακούστηκε ο χαρακτηριστικός χτύπος του κουδουνιού. Σίγουρα θα είχε γίνει κάποιο λάθος… Χαμένη σε σκέψεις σκοτεινές, άνοιξα μηχανικά την πόρτα, για να βρεθώ πρόσωπο με πρόσωπο με τη χαρά, μ’ εκείνο το βλέμμα που όταν το συναντάς, μοιραία γνωρίζεις από κοντά τη γλύκα μιας ψυχής. “Καλησπέρα, συγνώμη για την ενόχληση, αυτό είναι για σας…”. Μια πρόσκληση σε δείπνο, σε Χριστουγεννιάτικο δείπνο στο ίδρυμα! Έμεινα κοκκαλωμένη να κοιτάζω την πρόσκληση, να τη διαβάζω ξανά και ξανά, ενώ εκείνη η ματιά δεν έφευγε στιγμή από πάνω μου. “Ελπίζω να έρθετε. Θα χαρώ πολύ να σας ξαναδώ!”. Μάλλον ήμουν ζαλισμένη, δεν υπήρχε καμία άλλη εξήγηση για την ανόητη συμπεριφορά μου. Εκείνος έφυγε με το πιο ζεστό χαμόγελο στα χείλη και ίσως μια υποψία απογοήτευσης στη ματιά, αφού παρόλες τις προσπάθειές του, στάθηκε αδύνατο να μου πάρει κουβέντα.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν μέρες σιωπής. Κάτι είχε λυγίσει μέσα μου, εκείνο το κομμάτι φθηνού χαρτιού είχε καταφέρει να φέρει μνήμες από την παιδική και εφηβική μου ηλικία, αναμνήσεις που είχα καταφέρει να τις κοιμίσω, να τις κλείσω τυλιγμένες σε ζεστές κουβέρτες στο πατάρι και δεν ήξερα αν ήθελα να τις κατεβάσω στο σαλόνι. Ταλαντευόμουν ανάμεσα στο “πρέπει να πάω” και “όχι… θα είναι άβολο”… Κάθε φορά που ήθελα να κρατηθώ από μια θετική σκέψη, εκείνη η ματιά ερχόταν στο νου μου και μαζί της ένα αίσθημα ευφορίας. Τελικά πήρα την απόφαση, φόρεσα το μοναδικό φόρεμα που ταίριαζε κάπως στην περίσταση, θυμήθηκα πού είχα καταχωνιάσει τα ελάχιστα καλλυντικά μου, μάζεψα τα μαλλιά, φόρεσα το μοναδικό κόσμημα που είχα αποκτήσει στη ζωή μου, κατάφερα να σταθώ στις μαύρες μου γόβες και ξεκίνησα για ένα ταξίδι στις αναμνήσεις. Τουλάχιστον έτσι πίστευα πως ήταν… μια βραδιά αφιερωμένη σε γλυκόπικρες αναμνήσεις, που όσο και αν το ήθελα υπήρχαν πάντα εκεί, στη γωνιά του παρελθόντος. Πόσο λάθος έκανα!

Στο ισόγειο του κτιρίου είχαν στηθεί δεκάδες τραπέζια, μικρές και μεγάλες ροτόντες στολισμένες με πολύχρωμα τραπεζομάντιλα, μπαλόνια και Χριστουγεννιάτικα στολίδια, η μουσική χαρούμενη και ιδιαίτερα δυνατή και παντού χαμογελαστά πρόσωπα γνωστά, ξεχασμένα και άγνωστα που κοίταζαν με ιδιαίτερα φιλική διάθεση. Μέσα σε μια στιγμή βρέθηκα περιτριγυρισμένη από όμορφα χαμόγελα, που δεν σταματούσαν να μου δίνουν ευχές. Νόμιζα πως ονειρευόμουν! Σε μια γωνιά εκείνη η ματιά της χαράς και της γλύκας, που με αργά βήματα άρχισε να με πλησιάζει. Δε μου μίλησε καν, με κράτησε από το χέρι τρυφερά και με παρέσυρε στη μικρή πίστα μαζί με τους υπόλοιπους. Χορός, γέλια, ένα γλυκό κρασί αμβροσία σκέτη και οι πιο νόστιμοι μεζέδες που είχα δοκιμάσει στη ζωή μου. Γλέντι! Ένα πατροπαράδοτο ελληνικό γλέντι, που κάθε στιγμή μου έδινε την αίσθηση πως είχε στηθεί για χάρη μου.

Κάποια στιγμή η μουσική άξαφνα σταμάτησε και η αγαπημένη μου καθηγήτρια γύρισε προς το μέρος μου κρατώντας ένα ποτήρι κρασί. “Να είσαι πάντα γερή κοριτσάκι μου! Ευτυχισμένη! Το χαμόγελο να μη φεύγει από τα χείλη σου και η ευτυχία να φωλιάσει για πάντα στην καρδιά σου!”. Δεν ήξερα τι να πω, το βλέμμα μου είχε θολώσει, ενώ μια ζεστή αγκαλιά πολέμαγε να με κρατήσει σταθερή. Πριν προλάβω ν’ αντιδράσω, να ψελλίσω το “ευχαριστώ” που ακροβατούσε ανάμεσα στα δάκρυα και τις ανάσες μου, μια βοή με αποστόμωσε… “Χρόνια Πολλά Χριστίνα!”.

Μαρία Σταυρίδου

https://www.mariastavridou.gr/

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.