Σαν ψέματα… σαν παραμύθι που το λέει η γιαγιά ξημερώματα Πρωτοχρονιάς για να κοιμίσει τα εγγόνια, που λαχταρούν να ‘ρθουν τα Χριστούγεννα για να δουν τα δώρα κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Έτσι ήρθες στη ζωή μου, σαν παραμύθι, μόνο που εγώ είχα σταματήσει να πιστεύω στα παραμύθια και στις καλές νεράιδες, στους πρίγκιπες και στην ονειρική αγάπη. Ένα μικρό ατύχημα στη δουλειά σ’ έφερε κοντά μου. Οι συνάδελφοι επέμεναν να με δει γιατρός, το τακούνι του παπουτσιού είχε σκαλώσει στη μοκέτα και από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα να κατρακυλιέμαι στις σκάλες. Πριν καταλάβω καλά καλά τι είχε συμβεί, βρέθηκα στο γραφείο μου, ξαπλωμένη στον καναπέ με μια δροσερή κομπρέσα στο μέτωπο και δυο χέρια να ψηλαφίζουν με ιδιαίτερη προσοχή το κορμί μου. Πονούσα παντού και κυρίως στο κεφάλι, άκουγα από μακριά μια ευγενική φωνή να με ρωτάει διάφορα και μετά από λίγο αισθάνθηκα κάποιος να με σηκώνει στα χέρια του.

Προσπάθησα ν’ ανοίξω τα μάτια μου, μα στάθηκε αδύνατο. Όταν τελικά τα κατάφερα, βρισκόμουν σ’ ένα μονόκλινο δωμάτιο ιδιωτικής κλινικής, με ορό στο χέρι και μια άγνωστη φιγούρα στο προσκεφάλι μου. Αμέσως έκανα να σηκωθώ ταραγμένη και τότε η φιγούρα προστατευτικά μ’ εμπόδισε. “Πού βρίσκομαι…;”. Η ευγενική φωνή μου εξήγησε πως είχα ένα ατύχημα και πως μεταφέρθηκα στην κλινική με την οποία είχε σύμβαση η εταιρία. Νομίζω πως ρώτησα και άλλα, όμως εκείνη η θολή φιγούρα το μόνο που απαντούσε ήταν πως όλα θα πάνε καλά και πως σε λίγο θα νιώσω πολύ καλύτερα. Πράγματι, την επόμενη φορά που άνοιξα τα μάτια μου, αισθανόμουν πολύ καλύτερα. Μια νοσοκόμα με ρώτησε αν ήθελα να ειδοποιήσω κάποιον δικό μου, μα αρνήθηκα. Εξάλλου δεν υπήρχε κανείς τώρα πια… Προσπαθούσα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά, όταν άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε ένας ψηλός άνδρας ντυμένος στα μαύρα, μ’ ένα υπέροχο, ζεστό χαμόγελο και μια κούπα στα χέρια, που ακόμη άχνιζε. “Καλησπέρα!”. Έχω την αίσθηση πως δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την καλησπέρα, την γλύκα και την φροντίδα που είχε κρυμμένη μόλις μέσα σε τέσσερις συλλαβές. Τη φωνή που σου έδινε μια αίσθηση προστασίας και μιας πρωτόγνωρης ζεστασιάς ταυτόχρονα, που παραδόξως μ’ έκανε να νιώσω άβολα. Στάθηκε για λίγο στο προσκεφάλι μου και μετά τελείως απρόσμενα κάθισε δίπλα μου, πάνω στο κρεβάτι. Το κορμί του άγγιζε το δικό μου, όχι όμως με θράσος, μα με κείνη την αίσθηση πως είναι κάτι οικείο που συμβαίνει χωρίς δεύτερες σκέψεις. Άρχισε να μου εξηγεί πώς ακριβώς συνέβη το ατύχημα, πως ήταν ο ίδιος που με φρόντισε, μια που ήταν γιατρός και πως με μετέφερε στην κλινική. Ο νέος μας πωλητής ήταν ο καλύτερος του φίλος και είχε έρθει στην εταιρία για να τον συγχαρεί για την προαγωγή. Ήταν τυχαίο που βρισκόταν εκεί.

Έμεινε να μου κάνει συντροφιά, μέχρι που το φεγγάρι άρχισε να μας κρυφακούει. Τότε τον είδα να σκύβει και ν’ αγγίζει το μέτωπό μου με τα χείλη του. “Δεν είσαι ζεστή, ευτυχώς…”. Μόνο που πριν απομακρυνθούν τα χείλη, ξεχάσανε κάτι που έκανε την καρδιά μου ξαφνικά να χτυπάει πιο έντονα. Όχι, δεν ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου… ένα φιλί, ένα ζεστό, τρυφερό φιλί, που είχε ψιθυρίσει όλα εκείνα που η γλώσσα ντρεπόταν ακόμη να ξεστομίσει. Έμεινα κοκκαλωμένη να τον κοιτάζω να φεύγει, ενώ το βλέμμα του λαχταρούσε να μείνει ακόμη κοντά μου. Για δέκα ολόκληρες μέρες σχεδόν δεν έφευγε από το πλάι μου, κάθε φορά που μπορούσε να κλέψει λίγο χρόνο από τις υποχρεώσεις του, τρύπωνε στο δωμάτιο πάντα με τα χέρια γεμάτα λουλούδια, λιχουδιές γλυκές ή αλμυρές και δυο χείλη πλημμυρισμένα με μια γλύκα που με φόβιζε. Ήταν αφύσικο το ξέρω, εκείνος να μου δείχνει ενδιαφέρον και να μου μιλάει τόσο γλυκά και τρυφερά και εγώ να σκέφτομαι πως η καρδιά μου συνέχιζε να αιμορραγεί. Μα το Θεό, ερχόταν στιγμές που την αισθανόμουν πετρωμένη, σαν να την είχαν μεταμορφώσει η προδοσία και η απρόσμενη απώλεια σε μια τεράστια πέτρα…

Εκείνο το πρωινό που επιτέλους θα έπαιρνα εξιτήριο, αποφάσισα πως έπρεπε να βάλω τα πράγματα στη θέση τους. Ήμουν εγώ που του ζήτησα να μιλήσουμε, να πάμε να του κάνω το τραπέζι για να τον ευχαριστήσω για τις φροντίδες του, εκείνος όμως προτίμησε να πάμε απλώς για έναν καφέ. Εκεί, σε μια γωνιά ενός ήσυχου καφέ, του εξομολογήθηκα την ιστορία μου. Για κάποιον παράξενο λόγο, αισθανόμουν πως ήταν υποχρέωσή μου να το κάνω. Αρραβωνιασμένη τρία χρόνια μ’ έναν πετυχημένο δικηγόρο, είχαν ξεκινήσει οι ετοιμασίες του γάμου, όταν έπρεπε να λείψω σ’ ένα επαγγελματικό ταξίδι. Μια απεργία ήταν η αφορμή το ταξίδι να μη γίνει ποτέ και ήταν η μοίρα που οδήγησε τον πατέρα μου την ίδια μέρα στο αεροδρόμιο, για να με συνοδέψει τελικά πίσω στο σπίτι και να διαπιστώσουμε σοκαρισμένοι, πως στο κρεβάτι που ετοιμαζόμουν να ξαπλώσω νύφη, είχε καταληφθεί από τη γραμματέα του αγαπημένου μου και τον ίδιο. Μια καρδιακή προσβολή και μια απρόσμενη απώλεια που με σημάδεψε για πάντα, ήταν ο επίλογος της ιστορίας μου. “Συγνώμη… δεν ξέρω τι άλλο να πω! Συγνώμη! Αν μπορούσα θα εξαφάνιζα για πάντα αυτή τη μέρα, που σε σημάδεψε τόσο άσχημα!”. Όταν τον άκουσα, έβαλα τα κλάματα, ήταν αδύνατο να πιστέψω πως υπήρχαν ακόμη τέτοιοι άνδρες γύρω μου! Ναι, εκείνη την ώρα ήθελα να είχα τη δύναμη και το κουράγιο να πέσω στην αγκαλιά του και να μη φύγω ποτέ από εκεί μέσα. Δεν το είχα όμως…

Πονούσα ακόμη πολύ, υπέρμετρα πολύ και ήταν αδύνατο να εμπιστευθώ ακόμη και αυτά τα υπέροχα λόγια, που γέμισαν δάκρυα τα μάτια μου. Η καρδιά μου ακόμη αιμορραγούσε, ακόμη πάλευε να βγει από την εντατική της προδοσίας και ήξερα πως θα περνούσε πολύς καιρός μέχρι να ξαναβρώ την πίστη και την εμπιστοσύνη που χρειαζόταν για ν’ ακουμπήσω σε μια άλλη αγκαλιά. Το περίεργο ήταν πως εκείνος το καταλάβαινε απόλυτα. “Θα περιμένω… μ’ ακούς; Θα σε περιμένω όσο και αν χρειαστεί!”. Εννιά μήνες μετά, συνεχίζω να λαμβάνω κάθε μήνα στην ημερομηνία του ατυχήματός μου μια τεράστια ανθοδέσμη από χρωματιστά λουλούδια και μια μικρή κάρτα. “Καλημέρα… σου υπενθυμίζω πως είμαι εδώ και περιμένω. Το ξέρω πως όταν θα είσαι έτοιμη, θα ‘ρθεις…”.

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.