Κάποτε μου είχες εξομολογηθεί πως δεν σου αρέσει καθόλου η Πρωταπριλιά, γιατί πολλοί τη χρησιμοποιούν για να βγάλουν τ’ απωθημένα τους, πως μέσα από μια καμουφλαρισμένη “πλάκα” ξεγυμνώνουν αντιπάθειες, κακίες, μίση και ζήλειες. Υποστήριξες ακόμη πως ο θυμός είναι ο πιο ισχυρός καταλύτης για να ομολογήσεις σκέψεις και πιστεύω, που έχεις μάθει να καμουφλάρεις και να κρύβεις βαθιά μέσα σου. Τότε δεν είχα προβληματιστεί απ’ αυτά σου τα λόγια, εσύ όμως φρόντισες να συνειδητοποιήσω την αλήθεια τους με τον χειρότερο τρόπο….

Η αλήθεια είναι πως δεν κατάφερε ποτέ να με συμπαθήσει η μητέρα σου, ίσως γιατί η αδυναμία που μου έδειχνες φάνταζε υπερβολική στα μάτια της, ίσως πάλι γιατί είχες τολμήσει να μ’ εμπιστευθείς και να μου αποκαλύψεις το γεγονός πως ήσουν υιοθετημένος, να την είχε φέρει σε πολύ δύσκολη θέση. Ομολογώ πως όσο και αν προσπάθησα να γίνω αρεστή στην “δεύτερη” γυναίκα της ζωής σου, όπως την αποκαλούσες, το μόνο που κατάφερα ήταν να εισπράττω μονίμως μια άδικη κριτική για τα πάντα. Από την εμφάνισή μου, μέχρι τον τρόπο που έψηνα τον καφέ, από το μαγείρεμα που δεν μου πετύχαινε ποτέ, ως και τα δώρα που σου αγόραζα, που φυσικά δεν ήταν του γούστου της. Δεν αντέδρασες ποτέ, δεν την κακοκάρδισες ούτε μια φορά, ήρεμος άκουγες την κριτική της, μετά με το πιο ζεστό χαμόγελο του κόσμου, με κοίταζες για λίγο μέσα στα μάτια, σαν να ήθελες να μου ζητήσεις συγνώμη και μετά μας κέρναγες γλυκό ή μας έπαιρνες για μια βόλτα στην παραλία. Ούτε εγώ όμως είχα τολμήσει να σου παραπονεθώ, καταλάβαινα πως δεν ήταν εύκολο για μια γυναίκα που είχε βιώσει 4 αποβολές και είχε αγωνιστεί πραγματικά να σ’ αποκτήσει, ν’ αποδεχθεί πως στη ζωή σου είχε μπει μια άλλη γυναίκα. Και από την άλλη καταλάβαινα και εσένα… ήθελα να σε καταλάβω, γιατί σ’ αγαπούσα αληθινά, γιατί εκείνο το χαμόγελο μαλάκωνε τον θυμό μου και γέμιζε την καρδιά μου ελπίδα πως στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Μόνο που ποτέ δεν είχα φανταστεί πως όλη εκείνη η ηρεμία και η γλύκα δεν ήταν τελικά τόσο ειλικρινής…

Η μητέρα σου αποφάσισε να οργανώσει μόνη της το πάρτι των γενεθλίων σου. Μάλιστα πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει παλιούς συμφοιτητές και φίλους από τα παιδικά σου χρόνια, που ζούσαν ακόμη στη γειτονιά. Χάρηκες… χάρηκες πολύ και αυτό γέμισε την καρδιά μου μια ικανοποίηση, που παραμέρισε τα σχέδια που είχα κάνει για μια μικρή απόδραση στην Αράχοβα, μαζί με τα δυο ζευγάρια που κάναμε παρέα. Μάλιστα φρόντισα να δείξω τον ενθουσιασμό μου και σ’ εκείνη για να την ευχαριστήσω. Πρότεινα να βοηθήσω με τις ετοιμασίες, μα φυσικά η δική μου βοήθεια ήταν πάντα περιττή. Δεν αντέδρασα, δεν σχολίασα, απλώς βγήκα στην αγορά για να σου πάρω το δώρο σου. Ένα απόγευμα σε είχα δει να βλέπεις σε μια βιτρίνα ένα ατσάλινο ρολόι που σε είχε εντυπωσιάσει. Εκείνο το βλέμμα που δήλωνε πόσο πολύ το ήθελες για δικό σου, δεν το είχα ξεχάσει, δεν θα το ξεχνούσα ποτέ…

Ακριβώς στις οκτώ ήμουν έτοιμη να σε συνοδέψω στο πάρτι σου, φορώντας το μαύρο φόρεμα που σου άρεσε πολύ και κρατώντας το μικρό κουτί με το δώρο σου. Ξετρελάθηκες! Εκείνη η χαρά στα μάτια, τα φιλιά που δεν σταματούσες να μου δίνεις, η σφιχτή αγκαλιά που ψιθύριζε πως λαχταρούσες να με συνοδέψεις στο κρεβάτι μας… Με χίλια ζόρια καταφέραμε να είμαστε στη μητέρα σου στην ώρα μας. Οικοδεσπότες εκείνη και εσύ, ενώ εγώ πάντα σε μια γωνιά, διακριτική. Δεν μ’ ενοχλούσε, τίποτα δεν μ’ ενοχλούσε μια τέτοια μέρα, μέχρι που η μητέρα σου αποφάσισε να παρουσιάσει το δώρο της. Το ρολόι τσέπης του πατέρα της, γυαλισμένο και στολισμένο σ’ ένα υπέροχο κουτί, συνοδευμένο μ’ ένα φιλί αγάπης και μια ματιά όλο φαρμάκι προς το μέρος μου. Μεταξύ αστείου και σοβαρού απαίτησε να βγάλεις το δικό μου δώρο από το χέρι σου και να στολίσεις στο γιλέκο σου το δικό της. Μέσα σε μια στιγμή σε είδα να τα χάνεις και εκείνη να στέκεται σαν επιθεωρητής ανάμεσα στις ματιές μας. Χαμογέλασα… ναι, βρήκα το κουράγιο και χαμογέλασα, ενώ η καρδιά μου είχε αρχίσει να χτυπάει πιο έντονα, από έναν βαθύ απερίγραπτο θυμό. Έβγαλες το ρολόι κατάχλωμος, την ευχαρίστησες και άρχισες να πίνεις με μια λαιμαργία που αμέσως φώλιασε τον φόβο κολλητά με τον θυμό! Τα μπουκάλια κρασί άρχισαν ν’ αδειάζουν το ένα μετά το άλλο, η ένταση στη φωνή σου ν’ αυξάνεται και εγώ να παραμένω κρυμμένη σε μια γωνιά, χωρίς να ξέρω πώς ακριβώς ν’ αντιδράσω.

Ξαφνικά με κοίταξες και άρχισες να βρίζεις! Να με κατηγορείς πως ήμουν απαράδεκτη που είχα θυμώσει στην γιορτή σου, επειδή έβγαλες το δώρο μου, για να φορέσεις της μητέρας σου. Πριν καταλάβω καλά καλά τι ακριβώς συνέβαινε, άρχισες ένα ξέσπασμα πρωτόγνωρο, που μας σόκαρε όλους, ακόμη και τη μητέρα σου. Τα λόγια σου έκρυβαν μια πίκρα και μια… ναι, κακία, που ποτέ δεν θα φανταζόμουν πως έκρυβες μέσα σου. Άρχισες να λες πως δεν άντεχες πια το ύφος της οσιομάρτυρος και πως είχες κουραστεί να προσπαθείς συνεχώς να κρατάς ισορροπίες ανάμεσα σε μένα και τη μητέρα σου. Είπες και άλλα πολλά, με αφορμή το άφθονο κρασί, είπες όλα όσα έκρυβες μέσα σου, όλα όσα κατάπινες, τα παράπονα που είχες και από τις δυο μας. Με κατηγόρησες ακόμη πως εκμεταλλευόμουν την αδυναμία που μου είχες και πως συνεχώς με τον τρόπο μου σ’ έκανα να αισθάνεσαι τύψεις.

Δεν τόλμησα να μιλήσω, σ’ άφησα να ξεσπάσεις. Μετά σιωπηλή φόρεσα το πανωφόρι μου και έφυγα. Ήταν τρελό, μα στην εξώπορτα με συνόδεψε η μητέρα σου καταστεναχωρεμένη. Μάλιστα πριν βγω στο δρόμο, μου ζήτησε δυο φορές συγνώμη, προσπάθησε να σε δικαιολογήσει… ήσουν νηστικός, δεν είσαι συνηθισμένος στο κρασί και πολλά άλλα, τα περισσότερα υπερβολές. Όχι, ούτε νηστικός ήσουν, ούτε άμαθος στο κρασί. Μπορεί να είχες πιεί δυο ποτήρια παραπάνω, μα δεν ήσουν μεθυσμένος, ήσουν απλώς θυμωμένος με τις δυο γυναίκες της ζωής σου και αν θέλω να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, ήσουν απόλυτα δικαιολογημένος.

Ήρθες κοντά μου το επόμενο πρωί, λίγο μετά το ξημέρωμα, με μια αγκαλιά αγριολούλουδα. Το είχες συνήθειο, όταν ήθελες να ζητήσεις συγνώμη, ποτέ δεν αγόραζες λουλούδια, τα μάζευες. Με μια αγκαλιά αγριολούλουδα, με δυο δακρυσμένα μάτια και ένα φιλί που έτρεμε πάνω στα χείλη, μου ψιθύρισες πως μ’ αγαπούσες, πως θα μ’ αγαπούσες μέχρι τη στερνή σου ανάσα. Την επομένη, η μητέρα σου μας κάλεσε για φαγητό. Από εκείνη την Κυριακή, κάθε βδομάδα τρώμε παρέα. Πολλές φορές μάλιστα μ’ αφήνει να μαγειρεύω εγώ, μου “δανείζει το βασίλειό της”, όπως λέει χαρακτηριστικά. Χωρίς να ειπωθεί ούτε μια λέξη ανάμεσά μας, αποκτήσαμε μια ζηλευτή ισορροπία. Σ’ αγαπάμε πολύ και οι δυο και το ξέσπασμά σου μας ανάγκασε να συνεργαστούμε και να παραδεχθούμε πως μπορούμε να μοιραστούμε την αγάπη σου. Τώρα πια κάθε μέρα “χτίζουμε” μια σχέση ουσιαστική και εσύ μας χαμογελάς ικανοποιημένος…

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.