Κλείδωσε και πάλι ο εγκέφαλος, σήκωσε άμυνες. Kλείδωσε κατά ένα μαγικό τρόπο σ’ εσένα, έμεινε εκεί, στάσιμος σ’ αυτές τις ελάχιστες στιγμές που έζησα κοντά σου, όχι δίπλα σου, απλά κοντά σου, σαν την πεταλούδα που πετάει κοντά στις φλόγες, αγνοώντας τον κίνδυνο που θα την κάψει. Κλείδωσε σ’ εκείνα τα βλέμματα γεμάτα γλυκά και πάθος, σ’ εκείνα τα λόγια που έκαναν το στομάχι μου να φτερουγίζει, σ’ εκείνες τις αγκαλιές που τόσο ασφαλής ένιωθα μέσα τους, που τόση γαλήνη και έρωτα μου ξυπνούσαν. Πόσο αφελής…

Σκέφτομαι αν θα μπορούσα να μπω σ’ άλλη αγκαλιά. Όπισθεν… ή μάλλον νεκρά, όπως νεκρό είναι το μέσα μου, όπως θέλησες να γίνει! Ποια αγκαλιά, ποιο βλέμμα, ποιο χάδι μπορεί να μου δώσει την ουτοπία που μου έδωσαν τα δικά σου; Ποιος θα μπορούσε να καταλάβει, να αγαπήσει και να γιατρέψει αυτές τις πληγές; Και γιατί να το κάνει; Γιατί ν’ αγαπήσει ένα κομμάτι του εαυτού μου που κάποιος άλλος ρήμαξε; Που εσύ ρήμαξες! Είχα ελπίδα αγάπη μου, έρωτα μου, μέχρι να έρθεις να μου αποδείξεις πόσο καλά έκανα και την κρατούσα ζωντανή. Ουτοπία… Είδες ένα μάθημα να μου διδάξεις στα τόσα που έχω πληρώσει χρυσάφι για να μάθω. Ένα μάθημα που δίδασκε πως η ελπίδα μπορεί να πεθάνει τελευταία, αλλά πεθαίνει!

Εκεί κλείδωσε ο εγκέφαλος και σήκωσε κάστρα, όχι τοίχους! Να μην μπορεί ποτέ ξανά να μπει κανείς, ούτε η ελπίδα! Κλείδωσε μέσα εκείνο το πρώτο, τόσο αμήχανο και που τόσο καιρό περίμενα, φιλί σου. Κλείδωσε στην πρώτη μας βόλτα χέρι χέρι και στα γέλια μας σ’ εκείνο το μικρό καφέ στην πλατεία ενός χωριού. Κλείδωσε την ψυχή μου, γιατί ποτέ δεν άγιασε, ποτέ ξανά δεν ξεριζώθηκε τόσο βίαια. Κλείδωσε τα πάντα με άγρυπνο φρουρό, την μνήμη…

Τζο

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.