Τι όμορφα που είναι έξω! Έχει ρίξει λίγο χιόνι και δεν το έχει στρώσει στους δρόμους! Τι καλά! Θα πάμε για χριστουγεννιάτικα σήμερα! Κοιμάσαι ακόμα. Φτιάχνω καφέ και φρυγανίζω ψωμί. Βγάζω από το ντουλάπι δύο κούπες και τις γεμίζω καφέ. Βγάζω βούτυρο και μέλι και τα βάζω σε έναν δίσκο και μπαίνω στο δωμάτιο.

-Ξύπνα, υπναρά μου! σου ψιθυρίζω. Έχουμε δουλειές.

-Σε λίγο… Αφού κι εσύ ακόμα με τις πιτζάμες είσαι. Μείνε λίγο ακόμα στο κρεβάτι. Εκεί θα είναι τα μαγαζιά.

-Θα κρυώσει ο καφές!


Βγήκαμε από το σπίτι χέρι-χέρι. Φοράς τα γάντια που σου πήρα. Σε χαζεύω. Πόσο αγαπώ τη μορφή σου! Και σήμερα είσαι τόσο όμορφος με το κασμιρένιο κασκόλ σου και το μαύρο παλτό! Με καταλαβαίνεις που σε παρατηρώ και με τραβάς στην αγκαλιά σου. 

-Σταμάτα να το κάνεις αυτό, γιατί δεν θα πάμε για ψώνια!

-Δεν γίνεται. Αλλά θα πάμε…

Κατεβήκαμε στο κέντρο και αρχίσαμε να μπαινοβγαίνουμε σε όσα μαγαζιά βλέπαμε χριστουγεννιάτικα στολίδια. Σε έπιανα με την άκρη του ματιού μου να με κοιτάς ανάμεσα στα ράφια, την ώρα που χάζευες τα τρενάκια και τα καρουζέλ. Κοντοστάθηκες μπροστά σε μια τεράστια χιονόμπαλα που μέσα είχε ένα χωριό χιονισμένο με μια λίμνη και γύρω-γύρω κινούνταν ένα μικρό τρενάκι. 

-Σ’ αρέσει; με ρώτησες όταν σε πλησίασα

-Πολύ, αλλά είναι πανάκριβη, μπορούμε και χωρίς αυτό.

-Σωστά. Μπορούμε και χωρίς αυτό. Άλλωστε δεν αφήσαμε και τίποτα…


Όταν πήγαμε στο ταμείο, η κοπέλα, εκτός από τα στολίδια που κρατούσα στο καλάθι, έβαλε σε μια τεράστια τσάντα και ένα μεγάλο κουτί τυλιγμένο σε χριστουγεννιάτικο χαρτί με μια χρυσή φαρδιά κορδέλα. Γύρισα να σου πω πως αυτό δεν είναι δικό μας και μου έκλεισες το μάτι κάνοντάς μου νόημα να σωπάσω.

Βγήκαμε στο δρόμο. Με έπιασες από τους ώμους και φίλησες τα μαλλιά μου. Προχωρήσαμε μέχρι την οδό Βουλής και μπήκαμε στη “Σοκολάτα”. Ήπιαμε ζεστή σοκολάτα και φάγαμε ζεστή μηλόπιτα. Με άφησες να χαζεύω έξω από το τζάμι, όσο εσύ κοίταζες ένα περιοδικό. Ήταν περασμένο μεσημέρι και έπρεπε να φύγουμε, για να γυρίσουμε στο σπίτι να στολίσουμε. Σε έβλεπα να χαμογελάς και άνοιγε η καρδιά μου. Με τράβηξες από τη μέση και με αγκάλιασες.

-Εσύ με κάνεις να χαμογελάω!

-Τότε κάτι κάνω καλά και είμαι πανευτυχής!


Το βράδυ παραγγείλαμε φαγητό και καθίσαμε στον καναπέ και χαζεύαμε το δέντρο που στολίζαμε όλο το απόγευμα. Μια ταινία έπαιζε στην τηλεόραση, αλλά δεν την παρακολουθούσα. Με πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά σου χαζεύοντας τα λαμπιόνια που αναβόσβηναν και την τεράστια χιονόμπαλα με το τρενάκι. Δεν θυμάμαι ούτε πώς βρέθηκα στο κρεβάτι.

Ξημέρωσε Χριστούγεννα. Μόλις γυρίσαμε από την εκκλησία χτύπησε το κινητό σου. 

-Έλα, γιε μου. Ξεκινάμε σε λίγο για αεροδρόμιο. Θα είμαστε εκεί πριν φτάσεις.

-Ξεκινάει; Πάμε!

-Με τα δικά σου μίλησες; 

-Ναι. Θα τα πάρουμε επιστρέφοντας από την Αττική οδό. Θα τα φέρει εκεί ο μπαμπάς τους.


Το σπίτι γέμισε από χαρούμενες φωνές. Γύρω από το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, εμείς και τα παιδιά μας. Με κοίταζες και έλαμπε το βλέμμα σου και εγώ προσπαθούσα να σκεφτώ τι είχα κάνει και μου άξιζε τόση ευτυχία. Το απόγευμα μοιράσαμε τα δώρα και αρχίσαμε να παίζουμε επιτραπέζια. Είχε νυχτώσει πια για τα καλά, όταν έκανα νόημα στα παιδιά μου να ετοιμάζονται για να φύγουμε. Σε είδα να συννεφιάζεις, αλλά αυτά τα είχαμε πει. 

-Μαμά, έξω το έχει στρώσει. Πώς θα φύγουμε; είπε ο γιος μου.

-Να μη φύγετε. Εγώ και ο Νικόλας θα την πέσουμε στο σαλόνι και η μικρή στο δωμάτιό μου. Μπαμπά, τι λες; σε ρώτησε ο Ισίδωρος.

-Εσύ τι λες; με ρώτησες ξέροντας ότι δεν μου αφήνατε επιλογές

-Έτσι που με στριμώξατε, τι να πω;

-Να πεις ναι και να αφήσεις το χαμόγελο να βγει, χωρίς να το καταπιέζεις.

Όταν κοιμήθηκαν όλα, πήγαμε για ύπνο κι εμείς. Κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε σαν να μην ξέραμε τι να την κάνουμε τόση ευτυχία…

Χτύπησε το ξυπνητήρι και πετάχτηκα όρθια. Κοίταξα δίπλα μου. Όνειρο ήταν… έτσι θα ήταν λοιπόν… ωραία θα ήταν αν….

Despina Alice Paulson 

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.