Μια νύχτα… μια νύχτα ταμένη στην ανήθικη παράδοση του κορμιού και της ψυχής, αυτό ήταν. Δεν ήταν σχέση, δεν ήταν υπόσχεση ζωής, δεν ήταν καν μια κατάλληλη επιλογή, αντιθέτως ήταν η πλέον ακατάλληλη και όμως… ακόμη κατοικεί χωρίς ντροπή στο μυαλό μου. Ήταν η πρώτη φορά που έπινα τόσο, είχα μάθει στο δεύτερο ποτήρι κρασί να σταματάω, εκείνη η γιορτή όμως ήταν διαφορετική. Πάντρευα την αδελφή μου, την μικρή λατρεμένη μου αδελφή, που σχεδόν είχα μεγαλώσει σαν δικό μου παιδί. Χωρίς μάνα και μ’ έναν εξαφανισμένο πατέρα, από τα 19 μου είχα οικειοποιηθεί τον ρόλο της μάνας, χωρίς αντιρρήσεις για την 13 πριγκίπισσά μου, που με κοίταζε πάντα με λατρεία και ένα κρυφό φόβο, μήπως την εγκαταλείψω και εγώ. Τα είχαμε καταφέρει και τώρα καμάρωνα σαν παγώνι για τη μικρή αρχιτεκτόνισσα, που είχε ερωτευθεί τρελά και είχε αποφασίσει χωρίς δισταγμό να ενώσει τη ζωή της με τον αγαπημένο της και ας ήταν μόλις 22 χρονών. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, είχα αναλάβει τα πάντα, σα να ήταν αυτός ο μόνος τρόπος για ν’ αποδείξω πόσο πολύ την αγαπούσα, πως την θεωρούσα το πιο σημαντικό άτομο της ζωής μου. Όπως ήταν αναμενόμενο, η καθιερωμένη γιορτή της νύφης με τις φίλες της, με βρήκε ένα πτώμα. Από το πρώτο ποτήρι κρασί ήμουν έτοιμη να κουρνιάσω σε μια γωνιά και ν’ αφεθώ στην αγκαλιά του Μορφέα, μέχρι που δυο κατάμαυρα μάτια, μου θύμισαν πως το κορμί μου ήταν ακόμη ζωντανό, ζωντανό και λαχταρούσε μια άλλη αγκαλιά…

Μια άγνωστη φιγούρα που από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο καλοκαιρινό μαγαζί η ματιά της ακούμπησε με θράσος πάνω μου. Συνήθως δεν δίνω σημασία σε τέτοιες θρασύτατες ματιές, κάτι όμως σ’ εκείνο το βλέμμα ήταν διαφορετικό. Το κρυμμένο χαμόγελο που με προσκαλούσε σε γλέντι έρωτα και που απρόσμενα γεννούσε στο μυαλό μου εικόνες τόσο ερωτικές, που για μια στιγμή αισθάνθηκα εκτεθειμένη. Ένιωθα πως το είχαν καταλάβει όλοι, πως το κορμί μου διψούσε μετά από τόσα χρόνια στέρησης και αμέσως αισθάνθηκα άβολα. Μόλις άδειασε και το τρίτο ποτήρι κρασί, κάθισα σε μια γωνιά παρακολουθώντας τις αγαπημένες φίλες να γελάνε και να ξεσπάνε στην πίστα με περισσό κέφι. Θα ‘θελα να μπορούσα να τις ακολουθήσω, ν’ αφήσω την τρέλα της χαράς και το ξέσπασμα του κεφιού για μία και μόνο φορά να κυριαρχήσει πάνω μου, να μ’ αγκαλιάσει σφιχτά και να με ταξιδέψει σε μονοπάτια που ποτέ δεν περπάτησα, ούτε καν ονειρεύτηκα. Πάντα διστακτική, ίσως και λιγάκι ντροπαλή από φύση μου, ήταν απαγορευτικά τέτοιου είδους ταξίδια στο όνειρο.

Συνέχισα να παρατηρώ τα κορίτσια να χορεύουν, όταν ένας ανόητος έριξε το ποτό του πάνω μου. Ήταν μεθυσμένος και το βλέμμα του έκρυβε μια απειλή, που αμέσως με τσίτωσε. Δεν μίλησα, σηκώθηκα αμέσως και απομακρύνθηκα. Μπήκα στην τουαλέτα εκνευρισμένη και λιγάκι απογοητευμένη, η αδελφή μου χόρευε και γιόρταζε τον έρωτά της και εγώ προσπαθούσα μ’ ένα βρεγμένο μαντήλι να βγάλω το αλκοόλ από το καινούργιο μου φόρεμα, μέσα σε μια ψυχρή τουαλέτα γεμάτη σκουπίδια και άδεια μπουκάλια αλκοόλ. Βγήκα βιαστικά και έκανα να επιστρέψω στο τραπέζι μας, όταν είδα τον ενοχλητικό άνδρα να στέκεται σε μια γωνιά και να με κοιτάζει χαμογελώντας ειρωνικά. Έκανα πως δεν τον είδα και συνέχισα με πιο βιαστικό βήμα. Αισθανόμουν εκτεθειμένη και ίσως λιγάκι αβοήθητη, ο άγνωστος άνδρας ήταν θεόρατος και έδειχνε πολύ μεθυσμένος, αν προσπαθούσε να… “Εδώ είσαι μάτια μου και εγώ σε ψάχνω!”, μια ζεστή αγκαλιά, μια αγκαλιά με μυρωδιά έρωτα και μια φωνή που μονομιάς άγγιξε το είναι μου. Εκείνη η ματιά, η γεμάτη θράσος να με κοιτάζει σαν να μην υπάρχει αύριο και να με κρατά μέσα στα δυο της χέρια. Η θεόρατη απειλή αμέσως κούρνιασε στη γωνιά της, ενώ το χυδαίο χαμόγελο πάγωσε μονομιάς στα κακοφορμισμένα από την ειρωνεία χείλη…

Συνέχισα να περπατάω περισσότερο παρασυρμένη από ‘κείνη την αγκαλιά, που δεν έλεγε να μ’ αφήσει. Ούτε που κατάλαβα πώς βρεθήκαμε στην παραλία, με ορίζοντα την κυρά του Ποσειδώνα και συντροφιά το ολόγιομο φεγγάρι, που εκείνη την ώρα έχω την αίσθηση πως ξαφνικά άρχισε να λάμπει πιο έντονα. “Σας… ευχαριστώ…”. Το επόμενο δευτερόλεπτο τα χείλη του κατακτούσαν τα δικά μου, όχι όμως με το γνώριμο θράσος του αρσενικού. Όχι, ήταν σαν χάδι από ανεμώνη, σαν μια γλυκιά ανατριχίλα από την αύρα της θάλασσας, σαν όνειρο. “Ανάμεσα σε μένα και σε σένα ομορφιά μου, ποτέ δεν θα υπάρξει πληθυντικός. Μ’ ακούς; Ποτέ!”. Εκεί, με μάρτυρες τα θεριά της θάλασσας και τ’ αστέρια της νύχτας, του παραδόθηκα χωρίς λόγια, χωρίς συστάσεις, χωρίς “μη”, χωρίς ντροπές ή αναστολές. Τον άφησα να μ’ απαλλάξει από το νέο φόρεμα της χαρούμενης αδελφής και να μου φορέσει το νυχτικό της ερωμένης, της γυναίκας, της λαχτάρας, της ηδονής. Ταξίδι ονείρου στο πιο σαρκικό μονοπάτι μιας απερίγραπτης λαχτάρας, μιας δίψας που μ’ άφησε άφωνη! Τίποτε ικανό να με σταματήσει, τίποτε ικανό να με κάνει να νιώσω άβολα, πρόστυχα και ας ήξερα πως ήμουν απλώς η περιπέτεια εκείνης της βραδιάς. Τα χέρια του χάραζαν το κορμί μου, σαν διαδρομές σε καλντερίμια νησιού άγονης γραμμής, ενώ τα χείλη του καίγανε τα κύτταρα του κορμιού μου, τα καίγανε και τ’ αναγκάζανε να ξαναγεννηθούν. Χιλιάδες μικροί φοίνικες που ζούσαν έναν στιγμιαίο θάνατο και μια μικρή ανάσταση και το μυαλό μου να χάνεται μέσα σε ψιθύρους, που δεν είχαν ακουστεί ξανά για χάρη μου. Ποιήματα τρέλας, πόθου, παράδοσης και πάλι από την αρχή, μέχρι η νύχτα κουρασμένη ν’ αποτραβηχτεί.

Θυμάμαι τη μια στιγμή να βρίσκομαι στην αγκαλιά του και εκείνος να ψιθυρίζει πως είμαι προστατευμένη, πως όλα είναι καλά και την άλλη όλα να εξαφανίζομαι από γύρω μου. Την επόμενη φορά που άνοιξα τα μάτια μου, βρισκόμουν στο δωμάτιο του παραλιακού ξενοδοχείου, γυμνή, φορώντας μονάχα το άρωμά του, το άρωμα του έρωτα. Έμεινα κλεισμένη στο δωμάτιο μέχρι την επομένη, που ήταν ο γάμος. Έμεινα αγκαλιά με τα σεντόνια και τα σκεπάσματα του έρωτά μας, έμεινα με το αποτύπωμα εκείνου του κορμιού, που είχε σημαδέψει το δικό μου, έμεινα με την αίσθηση πως το θεριό είχε χορτάσει καλά μαζί μου και είχε αποκοιμηθεί. Μόνο που το θεριό είχε απλώς φύγει και εγώ πάλευα να ξαναβρώ τις ισορροπίες μου για να μην καταλάβει κανείς τίποτα. Κατάφερα να βγάλω τις δύσκολες ώρες της προετοιμασίας, της τελετής, της γιορτής και μετά να κλειστώ γι’ άλλη μια φορά στο σκοτεινό καταφύγιό μου. Δεν ξέρω ακριβώς πόσες μέρες, μήνες, έκανα να βρω ξανά το προσωπείο της αδιαφορίας και να βγω στο φως, αυτό που ξέρω όμως καλά, είναι πως ακόμη μουδιάζει όλο μου το είναι μόνο με τη σκέψη του…

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.