Πολλές φορές όταν παρακολουθούμε διάφορες καταστάσεις σε ταινίες, σκεφτόμαστε πως αυτά δεν υπάρχει περίπτωση να συμβούν σε μας… Βιαζόμουν, είχα ξεχάσει να πληρώσω τη δόση δανείου και τα τηλεφωνήματα από την τράπεζα, για να μου υπενθυμίσουν την υποχρέωσή μου, είχαν αρχίσει να μ’ εκνευρίζουν. Μπήκα στο υποκατάστημα αγχωμένη, γιατί είχα φύγει σκαστή από τη δουλειά, στάθηκα στην ουρά και περίμενα τη σειρά μου, όταν ξαφνικά ακούστηκε μια γυναικεία δυνατή κραυγή και μετά από μερικά δευτερόλεπτα… “ΛΗΣΤΕΙΑ!”. Κοκκάλωσα ολόκληρη, γύρισα να δω τι ακριβώς συνέβαινε και ξαφνικά βρέθηκα πάνω σ’ ένα σκληρό ανδρικό στέρνο, που για κάποιον ανεξήγητο λόγο μ’ έσπρωχνε. Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα μια θεόρατη φιγούρα ντυμένη στα μαύρα, να φοράει κουκούλα και να με κοιτάζει μέσα στα μάτια απειλητικά. Λογικά θα έπρεπε να φοβηθώ. Λογικά…

Θυμωμένη άρχισα να τον σπρώχνω με δύναμη, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Ήταν αδύνατο να μετακινήσω στο ελάχιστο τη θεόρατη φιγούρα, που νομίζω πως με κοίταζε μ’ έκπληξη, από την αντίδρασή μου. Ξαφνικά αισθάνθηκα δυο χέρια να μ’ αγκαλιάζουν προστατευτικά και αναρωτήθηκα αν από το σοκ είχα αρχίσει να έχω παραισθήσεις. “Σταμάτα ν’ αντιδράς. Για το καλό σου…”. Φωνή χάδι, χωρίς απειλή, μ’ έναν τόνο θα ‘λεγα ακόμη και τρυφερό. Για μια στιγμή μονάχα σήκωσα το βλέμμα και τότε αντίκρυσα δυο μάτια που είχαν μεταμορφωθεί σε δυο γαλαζοπράσινες λίμνες, που έκρυβαν τόσα μυστικά! Αφέθηκα σ’ εκείνα τα χέρια σαν πάνινη κούκλα και χωρίς να το καταλάβω καν, βρέθηκα κλεισμένη σ’ ένα από τα βοηθητικά γραφεία. Πριν σφραγίσει η πόρτα, άκουσα μια φωνή να μου ψιθυρίζει να κάτσω φρόνιμα και να περιμένω. Τι; Να περιμένω τι; Ποιον και γιατί;

Ζαλισμένη προσπάθησα να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου, μα για έναν διαολεμένο λόγο, η μόνη εικόνα που κυριαρχούσε στη σκέψη και στο βλέμμα μου, ήταν εκείνη η υπέροχη ματιά, που ήταν σαν να είχε μεταμορφωθεί μέσα σε μια στιγμή. Δεν μπορούσα να υπολογίσω πόση ώρα έμεινα κλεισμένη μέσα στο δωμάτιο, όταν άκουσα φωνές δυνατές και ξαφνικά η πόρτα ν’ ανοίγει και να εμφανίζεται ένας αστυνομικός που οπλοφορούσε. Ακόμη δεν ξέρω αν τρόμαξα που είδα τον αστυνομικό και όχι εκείνον. Φασαρία, φωνές, ασταμάτητες ερωτήσεις, επαναλαμβανόμενες ξανά και ξανά από διαφορετικά χείλη, άνδρες ψηλοί, κοντοί, με στολή, χωρίς… μα εκείνη η ματιά πάντα άφαντη!

Όταν μπήκα στο σπίτι ήταν αργά το απόγευμα. Για ν’ αδειάσει το μυαλό, αποφάσισα να γυρίσω με τα πόδια. Πνιγόμουν! Κανείς διατεθειμένος να μου εξηγήσει αν τελικά είχε γλιτώσει εκείνη η ματιά… Η νύχτα αποφασισμένη να με βασανίσει και τα όνειρα όλα χαρισμένα σ’ εκείνες τις δυο λίμνες, που όλο μου το είναι παρακαλούσε να βυθιστεί μέσα τους. Τρεις μέρες υποχρεωτική άδεια και μετά επιστροφή στην καθημερινότητα, μόνο που τώρα πια όλα μουντά και άδεια γύρω μου και εκείνο το ψυχρό μικροσκοπικό βοηθητικό δωματιάκι, ο χώρος λατρείας και ικεσίας για κείνη την ματιά. Οι μέρες έγιναν βδομάδες και οι άδειες βδομάδες, νεκροί μήνες, μέχρι… Ο καιρός είχε χαλάσει για τα καλά και όπως πάντα η ομπρέλα ένα αξεσουάρ που μονίμως απέφευγα. Βγήκα στον δρόμο έτοιμη όχι μόνο να βραχώ, μα να συνοδέψω το κλάμα της βροχής με τα δικά μου δάκρυα. Άρχισα να περπατάω με σκυμμένο το κεφάλι, όταν απρόσμενα αισθάνθηκα μια παρουσία δίπλα μου. Ασυναίσθητα σήκωσα το βλέμμα και τότε… “Άργησα. Συγνώμη…”. Εκείνες οι δυο λατρεμένες λίμνες, μόλις μια ανάσα μακριά μου. “Σε περίμενα…”.

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.