Εγκλωβισμένη μέσα στα χέρια του, φυλακισμένη μέσα στην αγκαλιά του. Να γίνονται ένα τα κορμιά, να παραδίνονται ξανά και ξανά. Σταγόνες ιδρώτα, θυσία στον θεό έρωτα. Τα μάτια της κολλημένα στα δικά του, μαγνητισμένα θαρρείς και τα χείλη της άηχα να τον ικετεύουν να μείνει εκεί, κοντά της, δίπλα της, μέσα της. Το φως απ’ το βλέμμα της να τον βαφτίζει “αγάπη” ξανά και ξανά και μετά το ξέσπασμα της σάρκας να κουρνιάζει στα χέρια του και να αποκοιμιέται γαλήνια με το κεφάλι της στο στήθος του, να νανουρίζεται απ’ τους χτύπους της καρδιάς του, να ονειρεύεται μέσα στα παραμύθια που εκείνος έχτισε στο μυαλό και την καρδιά της. Κι αυτός εκεί, να ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά που της είχε ανάψει στην ψυχή, να βάζει κι άλλα χρώματα στα παραμύθια που της έταζε, να την ανεβάζει πιο ψηλά με κούφια “σ’ αγαπώ”. Σαν εθισμένος να περιμένει κι άλλη αγάπη κι άλλο φως κι άλλη αλήθεια της και κάθε φορά να σκαρφίζεται καινούρια, πιο ευφάνταστα ψέματα και σαν θεατής σε ταινία να απολαμβάνει το ταξίδι που την κατέβαζε στην Κόλαση, όσο εκείνη νόμιζε πως πήγαινε προς Παράδεισο μεριά. Ψεύτικα χαμόγελα, ψεύτικοι όρκοι, ψεύτικες υποσχέσεις, ψεύτικα “σ’ αγαπώ”, μ’ αντάλλαγμα τα όλα της. Άηχη συμφωνία με το διάβολο, για να κερδίσει φως, χρώμα κι αλήθεια στην κατασκότεινη ψυχή του. Μα κανένας δεν του είχε πει πως ήταν όλα δανεικά και πως στο τέλος θα τα πλήρωνε με τόκο…

Κι ήταν κι εκείνο το τελευταίο βράδυ που άφησε στη σάρκα της τα αποτυπώματά του κι ήταν σίγουρος πως είχαν πια μείνει σαν τατουάζ ανεξίτηλο στο κορμί της. Τότε που βίαια σχεδόν την έκανε δική του ξανά και ξανά, να της αφήσει κάτι ακόμη για να έχει να θυμάται από εκείνον. Τα χάδια του στοχευμένα πάνω στο δέρμα της, η ανάσα του καυτή πάνω στα χείλη της, τα φιλιά του βαθιά, θαρρείς και προσπαθούσε να ρουφήξει και τις τελευταίες αχτίδες φωτός απ’ την ψυχή της. Σκηνοθετημένη με ακρίβεια η τελευταία σκηνή του έργου, μιας κι είχε πια αποφασίσει πως η παράσταση αυτή έπρεπε να ρίξει αυλαία. Σίγουρος πως θα τον ζητούσαν πολλοί για πρωταγωνιστή πια με τέτοιο “βιογραφικό”. Κι όταν βγήκε κι εκείνη υγρή απ’ το ντουζ, είδε την γυρισμένη πλάτη του για πρώτη φορά. Ακούμπησε το νωπό ακόμη δέρμα του κι ένιωσε την αναπνοή του γαλήνια. Ακούμπησε το κεφάλι της πάνω του και του ψιθύρισε “σ’ αγαπώ” φιλώντας τον τρυφερά στο μπράτσο. “Κι εγώ…” ψιθύρισε κι αποκοιμήθηκε δίπλα της, μα μίλια πια μακριά της…

Με άλλα χρώματα ξημέρωσε η επόμενη μέρα. Ντύθηκε βιαστικά κι έριξε μια τελευταία ματιά στο κρεβάτι. Τα μαλλιά της ήταν λυτά κι αγκάλιαζαν το μαξιλάρι, τα μάτια της κλειστά, γαλήνια και τα χείλη της μισάνοιχτα. Στιγμιαία σκέφτηκε πόσες και πόσες φορές τάισε το “εγώ” του με τον έρωτά της, πόσες φορές την πόθησε σαν τρελός και πόσες φορές χάθηκε για κλάσματα του δευτερολέπτου στην λάμψη των ματιών της. Κούνησε το κεφάλι, λες κι έτσι θα μπορούσε να διώξει αυτές τις σκέψεις απ’ το μυαλό κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Χωρίς λόγο, χωρίς εξήγηση, χωρίς δικαιολογία. Χάθηκε ξαφνικά κι απρόσμενα, ακριβώς όπως ήρθε. Στην τσέπη του όσα κατάφερε να της κλέψει απ’ την ψυχή της. Νόμιζε πως πια του ανήκαν, μα κανείς δεν του είχε πει πως μακριά της δεν θα είχαν καμία αξία. Το ύφος του, ύφος νικητή, που το μπόρεσε και κατέκτησε την πιο ψηλή κορφή που βρέθηκε ποτέ μπροστά του. Σίγουρος πια πως αφού είχε καταφέρει να έχει απόλυτα κι ολοκληρωτικά εκείνη, θα μπορούσε να έχει όποια ήθελε. Μα πόση πλάνη μπορεί να κρύβεται μέσα στην υπεροψία…

Άχρηστα αποδείχτηκαν τα κλοπιμαία. Τίποτα δεν έπιασαν στην “αγορά”. Ούτε αυτά, ούτε η “προϋπηρεσία” του. Πόσο ηλίθιος αποδείχτηκε τελικά! Εκείνα τα χέρια που τόσο σφιχτά είχαν πλεχτεί στα δικά του, πάλεψε να τα απεγκλωβίσει, με την ελπίδα πως είχε πολλές κορυφές ακόμη να κατακτήσει. Δεν είχε περάσει απ’ το νου του πως εκείνη είχε σκύψει για να φτάσει στο ύψος του και δεν ήταν αυτός που είχε ψηλώσει κοντά της. Δεν είχε περάσει απ’ το νου του πως οι αληθινές, ανιδιοτελείς, πραγματικές αγάπες μας επισκέπτονται μόνο μια φορά κι αυτό αν είμαστε τυχεροί. Κι εκείνος ήταν! Ήταν τυχερός που την κράτησε στα χέρια του τόσο ζωντανή, τόσο δυνατή, μα έκανε το λάθος να την ρίξει στον πάτο της θάλασσας, ψάχνοντας για γοργόνες. Πόσο πλανεύτηκε… Πόσο το είχε μετανιώσει… Μα δεν υπάρχουν πάντα δεύτερες ευκαιρίες και το ήξερε καλά πια. Κοίταξε το άδειο του κρεβάτι κι άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Άδειο μέρες, μήνες, χρόνια, ζωές… Άδειο, όσες φορές κι αν το γέμισε με σάρκες που έκαιγαν στο άγγιγμά του. Άδειο, όσες φορές κι αν το γέμισε με κορμιά που χάθηκαν στα φιλιά του. Άδειο, κρύο και σκοτεινό σαν την ψυχή του. Αυτή την ψυχή που κάποτε λατρεύτηκε όσο δεν της άξιζε κι αντί να το αναγνωρίσει, εκείνος ξεπούλησε όλα τα όμορφα στο τζόγο της κάβλας…

Κική Γιοβανοπούλου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.