Όταν βγήκα από το γραφείο του δικηγόρου, ξαφνικά θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα μου, που πάντα συνήθιζε να με συμβουλεύει και λίγο πολύ να με κατηγορεί για το πόσο αθεράπευτα ευκολόπιστη και δοτική ήμουν με τους ανθρώπους. Πόσο δίκιο είχε τελικά… Μπήκα στο έρημο σπίτι μ’ ένα αίσθημα αποτυχίας βαθιά ριζωμένη μέσα μου. Ναι, είχα αποτύχει παταγωδώς και το χειρότερο απ’ όλα ήταν πως μέχρι πριν λίγες ώρες θα μπορούσα ακόμη και τη ζωή μου να δώσω για χάρη σου. Άδειοι Τραπεζικοί λογαριασμοί, άδειο σπίτι και μια ματωμένη καρδιά που πάλευε να συνεχίσει να χτυπάει και ας αισθανόταν κατά βάθος νεκρή. Έκλεισα την εξώπορτα και κατευθύνθηκα στο υπνοδωμάτιο χωρίς καν να αισθάνομαι τα ίδια μου τα πόδια. Περπατούσα μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα, δεν μπορούσα να το εξηγήσω διαφορετικά. Δεn ξέρω καν ποιος έδινε εντολές και τα βήματα συνέχισαν… Οι ντουλάπες συνέχιζαν να με περιμένουν αδειανές, δείχνοντάς μου το πιο σκληρό σου πρόσωπο. Ήταν τόσο δύσκολο να το πιστέψω, άδειασες τις ντουλάπες, τα συρτάρια, το χρηματοκιβώτιο, την κοσμηματοθήκη, το κουτί των αναμνήσεων, το άλμπουμ με την ζωή που είχε καταγραφεί… Όλα… τ’ άδειασες όλα, τα εξαφάνισες, σα να φοβόσουν μήπως και αφήσεις κάποιο αποδεικτικό που θα έδειχνε πως για δυο ολόκληρα χρόνια ζούσες σ’ αυτό το διαμέρισμα μαζί μου. Μοιραζόσουν τη ζωή, τα όνειρα, τις ανάσες, τα πάντα μου…

Έκλεισα τις ντουλάπες, τακτοποίησα τα συρτάρια, σφράγισα τις αναμνήσεις, πέταξα τ’ άλμπουμ και κούρνιασα σε μια γωνιά, σε μια προσπάθεια να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου. Ήθελα να καταλάβω… ακόμη και τώρα ήθελα να σου δώσω μια δικαιολογία, να σκαρφιστώ την αιτία της προδοσίας σου, να την σκαρφιστώ και τελικά να την αποδεχθώ, μήπως και σταματήσει η ακατάπαυστη αιμορραγία της καρδιάς μου. Το πάλεψα για ώρες, για μέρες, για βδομάδες, για μήνες… Έφτασα στο σημείο να χαρακώσω όχι μόνο το ίδιο μου το κορμί, μα ακόμη και την ίδια μου τη ψυχή για να σε δικαιολογήσω. Να βρω τέλος πάντων την αιτία αυτής της ασύλληπτης πράξης. Μάταια… Γεγονός παρέμενε πως δεν είχες λεηλατήσει μονάχα το σπίτι, τη ζωή, τα χρήματα που μαζεύαμε υποτίθεται για τον γάμο μας, είχες λεηλατήσει όλα όσα σου είχα δώσει με τόση προθυμία, όλα όσα σου είχα χαρίσει, όλα όσα είχαν γεννηθεί μέσα μου για χάρη σου. Φαντάζομαι όμως πως αυτό δεν σ’ ένοιαζε ποτέ, εσύ ήθελες μονάχα να ξεκοκαλίσεις τους λογαριασμούς, ν’ αρπάξεις τα οικογενειακά κειμήλια και να εξαφανιστείς.

Αν θα μου το επέτρεπαν, θα σε πρότεινα για κάποιο σημαντικό βραβείο θεάτρου και υποκριτικής, γιατί τόσο ταλέντο μάτια μου δεν γίνεται να μη βραβευτεί, να μην απολαύσει το χειροκρότημα, να μην ασπαστεί την επιτυχία. Μην πάει και χαμένο! Όχι, είμαι απόλυτα σίγουρη πως δεν θα πάει χαμένο. Είμαι βέβαιη πως το επόμενο θύμα σου σε κοιτάζει αυτήν την ώρα μέσα στα μάτια και αναρωτιέται πώς στάθηκε τόσο τυχερή. Ας είναι… οι Μοίρες αποφάσισαν να μου δώσουν ένα πολύ σημαντικό μάθημα και εγώ ως καλή μαθήτρια κάθισα στη θέση μου και το αποδέχθηκα. Δεν θα πω πως ήταν άδικες μαζί μου, δεν θα πω πως δεν μου άξιζε, θα πω μονάχα πως ήταν πολύ σκληρό, πως πόνεσα, πως αμφισβήτησα ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό. Δεν θα παραλείψω όμως ν’ αναφέρω πως ήταν επίσης ό,τι πιο σημαντικό και πολύτιμο μου έμαθαν και όσο και αν ακούγεται παράλογο, τις ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό…

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.