Ήρθες στη ζωή μου όταν όλα είχαν βυθιστεί στην απελπισία και στον φόβο. Είχα καταφέρει να επιβιώσω από έναν Δαίμονα που κατατρέχει τις γυναίκες συνήθως στην πιο δημιουργική περίοδο της ζωής τους, που χτυπάει το σύμβολο της θηλυκότητάς τους και τις καταρρακώνει, μα αισθανόμουν μισός άνθρωπος. Κουρασμένη, αδύναμη και το πιο μισητό απ’ όλα, φοβισμένη… Ναι, φοβισμένη να ζήσω, να ονειρευτώ. Ήρθες και ισοπέδωσες όλα τα τείχη που με τόσο κόπο είχα καταφέρει να χτίσω γύρω μου. Ακόμη θυμάμαι εκείνο το υπέροχο χαμόγελο που μου χάρισες όταν με είδες με το τουρμπάνι που μου χάρισε η ξαδέλφη μου. Είχα ήδη απορρίψει την περούκα, μα ήταν αδύνατο να μ’ αφήσουν να βγω στον δρόμο χωρίς μαλλιά. Εγώ από την άλλη, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, δεν το έβρισκα δα και τόσο δύσκολο. Είχα καταφέρει να επιβιώσω, αυτό ήταν το πιο σημαντικό, τα μαλλιά θα ξαναβγαίνανε…

Συστήθηκες ως ο αδελφός της κολλητής της ξαδέλφης μου. Μα το Θεό, δεν ξέρω καν πώς βρέθηκες μαζί μας εκείνο το πρωινό στο μαγαζί με τις περούκες και τα τουρμπάνια. Αργότερα θα μου αποκάλυπτες πως είχες δει μια φωτογραφία μου στο κινητό της ξαδέλφης μου και είχες εντυπωσιαστεί κυρίως από τα υπέροχα κατάμαυρα μαλλιά μου. Τι ειρωνεία Θεέ μου, ακόμη εκείνα τα υπέροχα πλούσια μαλλιά δεν τα έχεις απολαύσει! Εντυπωσιασμένος αποφάσισες να με γνωρίσεις, παρότι έμαθες τι ακριβώς περνούσα και έπεισες την ξαδέλφη μου να σε βοηθήσει να με συναντήσεις. Όταν οι ματιές μας συναντήθηκαν, θυμάμαι πως σε είδα να γελάς σαν ν’ αντίκρυσες την πιο όμορφη γυναίκα της πόλης. Το παράλογο ήταν πως δεν υπήρχε τίποτα προσποιητό ή ψεύτικο ούτε στις αντιδράσεις σου, ούτε στα λόγια σου. Με πλησίασες ομολογουμένως με θράσος και μου ψιθύρισες στο αυτί πως τα μάτια μου ήταν τα ομορφότερα μάτια που είχες συναντήσει στη ζωή σου. Κοκκάλωσα ολόκληρη και έμεινα σαν χαζή να σε κοιτάζω, την ώρα που είχες σκύψει πάνω μου και μου έφτιαχνες το τουρμπάνι. Δεν ξέρω γιατί δεν αντέδρασα, γιατί δεν προσπάθησα να σου κόψω τον αέρα, όπως έκανα συνήθως στους ενοχλητικούς. Μάλλον γιατί εσύ δεν μου φάνηκες για ενοχλητικός. Δεν ήσουν ενοχλητικός, ήσουν ένα δροσερό αεράκι που ξαφνικά μπήκε από το παράθυρο και με χάιδεψε με τον πιο τρυφερό και αναζωογονητικό τρόπο.

Από εκείνο το πρωινό δεν ξανάφυγες. Ήσουν πάντα εκεί, απέναντί μου, εκεί στον ορίζοντά μου για να με κάνεις να ξεχαστώ. Για να μου δώσεις μια ελπίδα μέσα στο βαθύ σκοτάδι. Για να μετατρέψεις το δάκρυ μου σε γέλιο, για να μεταμορφώσεις τη στεναχώρια μου στην πιο ανάλαφρη διάθεση. Χωρίς να το θέλω άρχισα ν’ αναζητώ τις συναντήσεις μας, από την ώρα που ξημέρωνε η μέρα, το μόνο που λαχταρούσα ήταν να βρεθώ ξανά κοντά σου, ν’ ακούσω τη φωνή σου να διηγείται τις πιο αστείες ιστορίες, να σε παρακολουθώ να κοροϊδεύεις τα κορίτσια, να μιμείσαι τη συμπεριφορά τους και στο τέλος να ‘ρχεσαι και να κουρνιάζεις στο πλάι μου σαν τον πιστό Άργο, που μέχρι το τέλος αναζητούσε το χάδι του κύρη του. Μόνο που εγώ δεν ήμουν ο πολυμήχανος Οδυσσέας, μα ένα τσακισμένο καράβι που αργά μα σταθερά το έκανες πάλι να ορθώσει το ανάστημά του με θάρρος.

Πολλές φορές μου θύμιζες παιδί Δημοτικού, που με μια απίστευτη αφέλεια ρωτούσε τα πιο εξωφρενικά πράγματα. Σ’ έβλεπα να παίζεις, να σκαρφίζεσαι παιχνίδια, να μας παρασέρνεις όλους σε μια διάθεση ξενοιασιάς και ανεμελιάς που από χρόνια είχαμε ξεχάσει. Όλα τα έβλεπες και τα παρακολουθούσες κάτω από ένα πρίσμα αθωότητας και ταυτόχρονα μιας βαθιάς ωριμότητας. Ακόμη δεν έχω εξηγήσει πώς το καταφέρνεις αυτό, πώς μπορείς να μας κάνεις όλους να ξεχνάμε τα προβλήματα και τους φόβους μας και να μας ξεσηκώνεις σ’ έναν χορό ελπίδας και αισιοδοξίας! Όλα μπορούν να διορθωθούν, όλα έχουν το αντίδοτό τους, όλα μέσα τους κρύβουν το φως… Ναι, το φως, αυτό είσαι για μένα, το φως και όχι μόνο! Το ζεστό χάδι του ανέμου την άνοιξη, η καυτή λάβα του Αυγουστιάτικου λίβα, η τρυφερή ζεστασιά της εσάρπας στα πρωτοβρόχια, η πνοή της φωτιάς μέσα στο καταχείμωνο. Είσαι η χαρά που απλώς πήγε να κοιμηθεί κουρασμένη για να επιστρέψει πιο ξεκούραστη και δυνατή, είσαι η ανεμελιά που σε ξεσηκώνει να χορέψεις το πιο γρήγορο τανγκό και ας έχασες τα παπούτσια σου στη βροχή και κυρίως είσαι η ελπίδα… η ελπίδα μου πως το αύριο θα ξημερώσει ξανά και θα είναι όμορφο, θα είναι δικό μου, θα είναι γεμάτο εικόνες, γεύσεις και οσμές από την ίδια τη ζωή, από τον μικρό κατεργάρη Έρωτα, που έχω την αίσθηση πως μας έβαλε στο μάτι. Πολλές φορές σε κοιτάω και πιάνω τον εαυτό μου να ψιθυρίζει μια ευχή “Ποτέ να μη χάσεις αυτό το μικρό, υπέροχα αθώο και αυθόρμητο παιδί που κρύβεις μέσα στη ψυχούλα σου. Ποτέ να μην αλλάξεις μάτια μου! Ποτέ! Γιατί τότε ο κόσμος μου θα γίνει μονομιάς φτωχότερος…”.

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.