Το ξέρω πως όλοι οι δεσμοί δεν καταλήγουν στο “ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…”, δεν φανταζόμουν όμως πως εμείς οι δυο θα χάναμε κάθε επαφή. Για δυο ολόκληρα χρόνια ήμασταν αχώριστοι, από εκείνο το ξημέρωμα που καταφέραμε να οργανώσουμε την πιο πετυχημένη παρουσίαση για το νέο προϊόν της εταιρίας και αυθόρμητα μου έδωσες το πρώτο μας φιλί. Μαζί στη δουλειά, στο διάλειμμα για φαγητό, στον απογευματινό καφέ, στη βραδινή βόλτα, πριν αποχαιρετιστούμε με δεκάδες φιλιά και άλλα τόσα “καληνύχτα”. Στο γραφείο της διαφημιστικής, μας είχαν πάρει στο ψιλό, κάποιοι μάλιστα μας καμάρωναν κιόλας, που ήμασταν τόσο δεμένοι και αγαπημένοι αναμεταξύ μας, ενώ κάποιοι άλλοι ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μας πως σύντομα το ειδύλλιο θα λάμβανε τέλος. Ίσως αυτοί τελικά να ξέρανε κάτι που εγώ αγνοούσα…

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε στην εταιρία η νέα σύμβουλος πωλήσεων και για κάποιο διαολεμένο λόγο που αδυνατούσα να κατανοήσω, σου έκανε φοβερή εντύπωση. Όπου και αν πηγαίναμε, ό,τι και αν κάναμε, μονίμως σ’ άκουγα να μιλάς γι’ αυτήν την “καταπληκτική” πωλήτρια που… πώς το έλεγες… “μπορεί να πουλήσει και βάρκα σε βουνίσιο!”. Στην αρχή δεν το είχα προσέξει, μα σιγά – σιγά άρχισες να μ’ αποφεύγεις μετά τον πρωινό καφέ, τα μεσημέρια πια έτρωγες με το τμήμα πωλήσεων, ενώ τα περισσότερα βράδια ήσουν πια απασχολημένος με τη δουλειά. Μόνο που ποτέ δεν καθόριζες πια τι εννοείς με τη λέξη “δουλειά”, αφού συνεχίζαμε να συνεργαζόμαστε στο ίδιο τμήμα και να ξέρω ακριβώς ποια ήταν τα καθήκοντά σου, που τελείωναν το αργότερο στις 6 το απόγευμα. Δεν ήταν πια τόσο δύσκολο να καταλάβω, πως το ενδιαφέρον σου για μένα είχε αρχίσει να σβήνει…

Ήταν πια δύσκολο ακόμη και να μιλήσουμε οι δυο μας. Όσες φορές και αν προσπάθησα να σε βρω για να σου μιλήσω στάθηκε αδύνατο, μονίμως είχες προβλήματα, ραντεβού, υποχρεώσεις, μέχρι τη στιγμή που μπήκα στο γραφείο σου και σε ρώτησα ευθέως αν ήθελες να χωρίσουμε. “Δεν καταλαβαίνω… Τι εννοείς να χωρίσουμε;”. Δεν τόλμησα ν’ απαντήσω, αισθάνθηκα τόσο άσχημα και τόσο άβολα, που το μόνο που ήθελα ήταν να το βάλω στα πόδια. Δεν χρειάστηκε, είδα την πόρτα του γραφείου ν’ ανοίγει και να εμφανίζεται η πετυχημένη πωλήτρια όλο χάρη και τσαχπινιά και να σε ρωτάει αν είσαι έτοιμος να φύγετε… Φύγατε. Έμεινα πίσω να κοιτάζω σαν αποχαυνωμένη τις φιγούρες σας να ξεμακραίνουν και να αισθάνομαι την καρδιά μου να γίνεται χίλια κομμάτια.

Δε μίλησα σε κανέναν, δεν αντέδρασα, δεν έδειξα το παραμικρό. Συνέχισα τη δουλειά μου, ενώ σκεφτόμουν μήπως θα έπρεπε ν’ αλλάξω τμήμα. Πριν βγει η βδομάδα είχες δώσει τη λύση και σ’ αυτό το ερώτημα. Η βοηθός λογιστηρίου αυθόρμητα ένα μεσημέρι στο διάλειμμα, με ρώτησε τι ακριβώς είχε συμβεί και ζήτησες ν’ αλλάξεις τμήμα και να μεταφερθείς στο τμήμα πωλήσεων. Νομίζω πως κατάφερα να ψελλίσω μια ανόητη δικαιολογία και μετά να βρω το κουράγιο να εξαφανιστώ από την καφετέρια της εταιρίας. Όταν γύρισα στο σπίτι μου εκείνη τη μέρα, προσπάθησα να βάλω σε μια τάξη τη σκέψη μου για ν’ αποφασίσω αν έπρεπε τελικά να δηλώσω παραίτηση ή όχι. Έκρινα πως αν εσύ μετά από δυο χρόνια είχες τη δύναμη να μου λες κατάμουτρα πως δεν είχαμε τίποτα, τότε και εγώ έπρεπε να βρω τη δύναμη να συνεχίσω, όταν μάλιστα είχα άμεσο πρόβλημα επιβίωσης, χωρίς τη συγκεκριμένη δουλειά. Όχι, δεν έφυγα από τη δουλειά, ακολούθησα το παράδειγμα σου. Έθαψα βαθιά μέσα μου όλα όσα αισθανόμουν και καμώθηκα πως εμείς οι δυο δεν είχαμε τίποτα. Όταν κάποια στιγμή με ρώτησαν τι είχε συμβεί, απόλυτα ψύχραιμη απάντησα… “Τίποτα. Τι μπορεί να συμβεί ανάμεσα σε δυο ξένους;”.

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.