Δε ξέρω πώς καταλήξαμε τρεις γυναίκες πικραμένες, θυμωμένες και κυρίως πληγωμένες, να βρισκόμαστε κάθε Παρασκευή απόγευμα στο καφέ των εφηβικών μας χρόνων, να τα πίνουμε και να βρίζουμε τους άνδρες. Η αλήθεια είναι πως σταθήκαμε άτυχες, ως παρέα είχαμε αποτύχει οικτρά στην εύρεση “αγάπης”. Φυσικά δεν ήμασταν άμοιρες ευθυνών, γεγονός όμως παρέμενε πως είχαμε μαζέψει ένα μπουκέτο καλόπαιδα, που μας είχαν κοροϊδέψει, που μας είχαν ξεγελάσει, που μας είχαν πληγώσει βαθιά και τώρα πια φοβόμασταν να εμπιστευθούμε ακόμη και τη σκιά μας. Η συνάντηση των τριών κάθε Παρασκευή, είχε αρχίσει να με κουράζει. Δεν ήθελα πια ν’ αναπολώ τα λάθη μου και να βυθίζω την καρδιά μου σε δυσάρεστες αναμνήσεις, που με καταρράκωναν, έτσι όταν μια συνάδελφος πρότεινε να πάμε για ένα τσιπουράκι τέσσερα κορίτσια από το γραφείο, δέχθηκα με μεγάλη χαρά. Ομολογώ πως ήθελα να ξεφύγω για λίγο από το εβδομαδιαίο “μνημόσυνο”, που τώρα πια δεν είχε και κανέναν απολύτως νόημα να το δίνουμε και να χαραμίζουμε τις Παρασκευές μας.

Άγνωστο το μαγαζί, άγνωστοι οι θαμώνες, υπέροχοι οι μεζέδες, καταπληκτικό το τσιπουράκι με τον γλυκάνισο και η ρεμπέτικη κομπανία πραγματικό βάλσαμο στη ψυχή. Τ’ άσματα να διαδέχονται το ένα το άλλο και εμείς πραγματικά να διασκεδάζουμε χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς απωθημένα, χωρίς πικρόχολα σχόλια, χωρίς ανόητες σκέψεις. Περνούσα καταπληκτικά, όταν απρόσμενα ένα καλαθάκι με γαρύφαλλα βρέθηκε στην αγκαλιά μου. Κοίταξα το νεαρό κορίτσι που μου τα είχε δώσει και εκείνη με νόημα μου έδειξε μια παρέα από τρία ζευγάρια και έναν άνδρα ασυνόδευτο. Κοκκάλωσα ολόκληρη, ποιος ανόητος ήθελε να μου χαλάσει τη βραδιά; Δεν τα δέχτηκα και γύρισα τελείως την καρέκλα μου, για να το κάνω ξεκάθαρο στον κύριο θρασύτατο, πως δεν είχα καμία διάθεση ούτε για παιχνίδια, ούτε για γελοιότητες. Τα κορίτσια άρχισαν να με πειράζουν, μα πολύ γρήγορα από το ύφος μου κατάλαβαν πως ο απρόσμενος “θαυμαστής”, μου είχε χαλάσει τη διάθεση.

Τα τραγούδια συνέχισαν να με διασκεδάζουν, να γεμίζουν τη ψυχή μου συναισθήματα και εικόνες που είχα λησμονήσει, μέχρι που ένα βαρύ και ασήκωτο ζεϊμπέκικο κάθισε τους πάντες… εκτός… Όταν τον είδα να πλησιάζει την πίστα και να στέκεται κυριολεκτικά μπροστά μου, ένιωσα το μαγαζί ξαφνικά να μικραίνει, ο αέρας είχε αρχίσει να γίνεται αποπνικτικός… πώς δεν το είχα παρατηρήσει πιο μπροστά… Άρχισε να χορεύει, μια φιγούρα από τα παλιά, ψηλός, γεροδεμένος, με δυο μάτια καρδιά, μαύρα σκοτεινά καρφιά, που είχαν καρφωθεί κυριολεκτικά πάνω μου και δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν, που είχαν καταφέρει να βάλουν φωτιά στο χλωμό μου πρόσωπο και να γεμίσουν το μυαλό μου εικόνες από μια άλλη εποχή, από ένα άλλου είδους αρσενικό, κιμπάρικο, “αντρίκιο”, επιβλητικό και όχι μόνο… Με την τελευταία φιγούρα γονάτισε μπροστά μου και τότε όλα τα καλάθια γαρύφαλλα βρέθηκαν ξαφνικά να με ραντίζουν από παντού. Δεν ξέρω πώς το είχε καταφέρει αυτό, αυτό όμως που δεν θα ξεχάσω ποτέ, είναι το αίσθημα αμηχανίας που με κατέλαβε. Μέσα σε μια στιγμή αισθάνθηκα σαν νεαρό κορίτσι, που δεχόταν για πρώτη φορά ένα τόσο απίστευτα έντονο φλερτ.

Δεν ήξερα πως ν’ αντιδράσω, τον είδα να κάνει ένα νεύμα και μετά να εξαφανίζεται από μπροστά μου, ενώ όλο το μαγαζί είχε αρχίσει να ζητωκραυγάζει δυνατά. Το μόνο που ήθελα ήταν ν΄ανοίξει η γη και να με εξαφανίσει, το μόνο που κατάφερα όμως ήταν να παραμείνω στη θέση μου. Τα κορίτσια είχαν ενθουσιαστεί και παρόλες τις πιέσεις μου για να σηκωθούμε να φύγουμε, εκείνες συνέχισαν να με πειράζουν και να παραγγέλνουν καραφάκια με τσίπουρο. Τ’ άσματα συνέχισαν, όπως και οι ματιές που είχαν αρχίσει να γίνονται πιο βαθιές, γεμάτες υποσχέσεις που τάραζαν και το κορμί και τη ψυχή μου. Κάποια στιγμή επιτέλους βρεθήκαμε στο αυτοκίνητο και τότε τον είδα να στέκεται σαν Δαίμονας σε μια γωνιά του πάρκινγκ και να με παρατηρεί. Άντε να βάλεις μπρος το αυτοκίνητο και να ξεκινήσεις… Για μέρες αναρωτιόμουν πώς τα κατάφερα. Η έξοδός μας όπως ήταν φυσικό, έγινε viral στο γραφείο, όλοι ήθελαν ν’ ακούσουν για τον… “βαρύμαγκα” του τσιπουράδικου, που με ράντισε με τα γαρύφαλλα, ενώ εγώ πάλευα να πάρω μια αναρρωτική άδεια, για να ξεφύγω από την καζούρα και την ειρωνεία τους.

Όταν η ιερή συμμαχία, έμαθε τα κατορθώματά μου δεν είχα γωνιά να κρυφτώ. Ευτυχώς όμως δεν κράτησε πολύ το δούλεμα. Μετά από λίγο όλα ξαναβρήκαν τη ρέγουλά τους, μόνο που τώρα πια οι Παρασκευές είχαν μια άλλη αίσθηση… περνούσαν από μέρους μου στη σιωπή, απέφευγα να σχολιάσω, αδιαφορούσα για το παρελθόν και μιλούσα πιο διακριτικά και πιο αποστασιοποιημένα. Όπως ήταν φυσικό, η συμπεριφορά μου δεν πέρασε απαρατήρητη από τα κορίτσια, που δεν ξέρω πώς με πείσανε τελικά να τις πάω στον τόπο του εγκλήματος…

Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες το γκαρσόνι, μα μας έδωσε ακριβώς το ίδιο τραπέζι. Προτίμησα να μην σχολιάσω. Πριν αρχίσει το κέφι, είδα τη νεαρή κοπέλα με τα καλάθια – γαρύφαλλα να με πλησιάζει και να με κοιτάζει με νόημα. Σιωπηλή άρχισε ν’ αδειάζει τα καλάθια στα πόδια μου. Όταν τη ρώτησα τι κάνει, μου εξήγησε πως ήταν πληρωμένη και πως περίμενε τόσες μέρες τον ερχομό μου για να εκτελέσει την παραγγελία που της είχε δοθεί. Ήταν απίστευτο, είχε πληρώσει γι’ ακόμη μια φορά όλα τα καλάθια, σε περίπτωση που εμφανιζόμουν ξανά! Αυτό ήταν πια τρέλα! Τα κορίτσια άρχισαν να με πειράζουν, ενώ εγώ πάλευα να μείνω ψύχραιμη. Η βραδιά περνούσε όμορφα, τ’ άσματα σαν να τα είχε επιλέξει επίτηδες κάποιος για να μου στείλει κάποια μηνύματα και εγώ να κοιτάζω αμήχανη το τραπέζι, που καθόταν εκείνο το βράδυ. “Σε περίμενα. Το ήξερα πως κάποια στιγμή θα έρθεις ξανά…”. Όταν άκουσα εκείνη τη φωνή, για μια στιγμή πίστεψα πως ήταν η φαντασία μου, ίσως τα επακόλουθα από τα καραφάκια, που αδειάζαμε το ένα μετά το άλλο. Γύρισα και τον αντίκρυσα να χαμογελάει και να με κοιτάζει σαν τον διψασμένο, που απρόσμενα του πρόσφεραν ένα ποτήρι παγωμένο ποτήρι νερό. “Απόψε θα χορέψουμε μαζί…”.

Πράγματι χορέψαμε… στο μαγαζί, στο κρεβάτι, στη θάλασσα, στον ουρανό… Δεκαοκτώ ολόκληρους μήνες τώρα, χορεύουμε με το ίδιο πάθος και την ίδια λαχτάρα. Χορεύουμε μέσα σε μια δίνη συναισθημάτων που κάθε φορά μας παρασέρνει όλο και πιο μακριά. Χορεύουμε με Αγγέλους και Δαίμονες, χορεύουμε όμως μαζί,  αγκαλιασμένοι, χωρίς ψεύτικα προσωπεία, χωρίς βρώμικες σκέψεις, χωρίς άνανδρες συμπεριφορές. Μάλιστα πριν από λίγες μέρες μου πρότεινε να χορέψουμε ακόμη και τον χορό του Ησαΐα… Η “ιερή συμμαχία” μου έδωσε την ευχή της και σχεδόν σοκαρισμένες παραδέχθηκαν πως ευτυχώς όλοι οι άνδρες αυτού του κόσμου δεν είναι ίδιοι! Εγώ χαμογέλασα με κατανόηση και απλώς ψιθύρισα στο σκοτάδι πως το ίδιο ίσχυε και για μας τις γυναίκες…

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.