Το ήξερα πως το λάθος ήταν μόνο δικό μου. Ήμουν σε μια ηλικία που μπορούσα να διακρίνω τι ήταν λάθος και τι σωστό. Δεν είχα καμία απολύτως δικαιολογία, δεν θα έπρεπε να κάνω σχέση μ’ έναν παντρεμένο, δεν θα έπρεπε ποτέ ν’ αφεθώ σ’ αυτό το συναίσθημα, όσο έντονο και αν ήταν. Δεν κατάφερα να συγκρατηθώ, να σταματήσω, να βάλω φρένο σ’ εκείνο το ισχυρό “θέλω”, που ήρθε τόσο απρόσμενα στη ζωή μου και τα ισοπέδωσε όλα. Μια ιστορία που με σημάδεψε, που χαράκωσε τη ψυχή και το κορμί μου, για να διαπιστώσω πως οι αρρωστημένες καταστάσεις δυστυχώς μόνο αρρώστια και πόνο αφήνουν στο διάβα τους, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές. Ήμουν λοιπόν και εγώ μια από τις… πολλές.

Όταν απόμεινα ένα κουφάρι που συνέχιζε να αιμορραγεί, ασυνείδητα διαπίστωσα πως γύρω μου υπήρχαν άνθρωποι που για κάποιον ανεξήγητο λόγο είχαν μια έντονη διάθεση να με κριτικάρουν. Tότε, καλώς ή κακώς, δεν είχα την διάθεση να χρησιμοποιήσω το ρήμα “κρίνουν”. Ναι, να με κρίνουν για την ανοησία μου που επιχείρησα να χτίσω πάνω σ’ έναν αποτυχημένο γάμο την ευτυχία μου. Αμαρτία μεγάλη! Τότε ήταν που άκουσα το υπέροχο “Πήγες να γκρεμίσεις εκκλησία!” και πολλά πολλά ακόμη νόστιμα που κατάφεραν για αρκετό καιρό να μεγαλώνουν και να κάνουν πιο βαθιά την πληγή, πιο αβάσταχτες τις τύψεις, πιο μεγάλη την απελπισία μου. Μέχρι που ένα ξημέρωμα συνειδητοποίησα πως σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους, ποτέ δεν έδωσα το δικαίωμα και την ελευθερία να με κρίνουν και ταυτόχρονα να μου κάνουν μαθήματα ηθικής και ζωής. Γνώριζα καλύτερα από τον καθένα τα λάθη μου, κάθε άνθρωπος ξέρει τα λάθη του, είναι εκείνη η σιωπηλή φωνή που δεν σταματά στιγμή μέσα στο μυαλό, που σε κάθε ευκαιρία σου υπενθυμίζει ποιος ακριβώς είσαι, τι επιλογές έκανες και κυρίως δεν σταματά να επαναλαμβάνει αν τις θεωρείς εσύ ο ίδιος σωστές ή όχι. Έκανα ένα μοιραίο, ένα σοβαρό λάθος και είχε έρθει η ώρα να πληρώσω γι’ αυτό. Κλεισμένη στο μικρό μου καταφύγιο, καταρρακωμένη από την ηθική που μου δίδαξαν γονείς και δάσκαλοι και κυρίως πληγωμένη και μετανιωμένη από τα μαθήματα της ίδιας της ζωής, χωρίς όμως “θεατές” και “συμβουλάτορες” που ποτέ δεν ζήτησα, που ποτέ δεν προσέλαβα. Ένα ακόμη ανόητο λάθος, είχα επιτρέψει σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους, που είχαν επιλέξει για τη δική τους ζωή τις άδειες ώρες και τα κούφια σχόλια, να επέμβουν στη ζωή μου και μάλιστα σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της.

Όχι, ένας άνθρωπος που αντί να προσπαθεί κάθε ώρα να κάνει καλύτερη την καθημερινότητά του, που δεν παλεύει να ομορφύνει τη σκέψη του, που δεν εκμεταλλεύεται τα ταλέντα και τις χάρες που τόσο απλόχερα του χάρισε ο Ύψιστος… δεν θα του επιτρέψω να συνεχίσει να με χρησιμοποιεί, για να γεμίσει το κενό της ψυχής και της ζωής του. Για μια στιγμή αισθάνθηκα θυμωμένη με τον ίδιο μου τον εαυτό, που χάνοντας τις ισορροπίες μου, έδωσα την ευκαιρία σ’ αυτούς τους κενούς ανθρώπους να μπουν έστω και για λίγο μέσα στη ζωή μου. Να παίξουν στο προαύλιο της καρδιάς μου, να πετάξουν τα σκουπίδια τους, να χαρίσουν τόσο απλόχερα τη χολή τους.

Μέσα σε μια στιγμή οχυρώθηκα πίσω από το πείσμα και την αδικία που ξαφνικά αισθάνθηκα. Ναι, ήταν άδικο να μένω άπραγη και να παρακολουθώ ανθρώπους που δεν έχουν τη διάθεση ν’ ασχοληθούν με την ίδια τους τη ζωή, να παλεύουν να μου δώσουν μαθήματα ηθικολογίας και σύνεσης. Έτσι, φόρεσα το πιο αφοπλιστικό μου βλέμμα, χτένισα με τον πιο αυστηρό τρόπο τα μαλλιά μου, επιμελήθηκα έτσι όπως έπρεπε την εμφάνισή μου και στάθηκα μπροστά τους χωρίς φόβο και με απίστευτο πάθος. Όρισα τα όριά μου και ξεκαθάρισα ποιες ήταν οι κόκκινες, οι κατακόκκινες γραμμές μου και αλίμονο σ’ όποιον τολμούσε να τις παραβιάσει!

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.