Όταν άκουσα τα κλειδιά στην εξώπορτα, ήταν περασμένες τέσσερις το ξημέρωμα. Πετάχτηκα αμέσως τρομαγμένη χωρίς να έχω καν δει την κατάντια σου… Λερωμένος από λάσπη και αλκοόλ, με δυο μάτια που θύμιζαν κόλαση, κατάχλωμος και ταλαιπωρημένος, σαν να επέστρεφες από πόλεμο Τιτάνων. Μόλις με είδες, μούγκρισες και πέταξες με φόρα το άδειο μπουκάλι που κρατούσες κατά πάνω μου. Δεν το περίμενα αν και θα έπρεπε, δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιδρούσες βίαια απέναντί μου, οι επιθέσεις σου πια ήταν σχεδόν εβδομαδιαίες…

Άφησα το μπουκάλι να σπάσει στον απέναντι τοίχο και παρέμεινα ψύχραιμη απέναντί σου. Σ’ άκουσα να βρίζεις εμένα, τον γάμο μας, τα παιδιά που δεν καταφέραμε να κάνουμε, την μοίρα… Κλείστηκες στο δωμάτιο, δίνοντάς μου την ευκαιρία ν’ αλλάξω, να πάρω την τσάντα ταξιδίου που είχα έτοιμη από νωρίς, να φορέσω το πανωφόρι και τα παπούτσια μου και να φύγω οριστικά από το καταφύγιο, που είχε πια μεταμορφωθεί σε μια μικρή κόλαση. Έκανα υπομονή τρία ολόκληρα χρόνια. Από εκείνο το απομεσήμερο που μου ανακοίνωσες πως σε απέλυσαν, γιατί δεν δέχθηκες να υποκύψεις στις ερωτικές ορέξεις της αφεντικίνας σου, στάθηκα στο πλάι σου σύμμαχος σε όλα. Στην απρόσμενη μελαγχολία που μετά από λίγο σε κατέβαλε, στα νεύρα, στα βίαια ξεσπάσματα, στην απόρριψη όλων αυτών των δουλειών, που δεν σου “ταιριάζανε” και τέλος στο αλκοόλ, αυτήν την αφύσικη και τόσο απρόσμενη επιλογή, που ομολογώ μ’ άφησε άφωνη. Δεν έπινες ποτέ ή για να είμαι απόλυτα σωστή σχεδόν ποτέ. Ένα – δυο ποτηράκια κρασί σε εορτάς και επετείους, “έτσι για το καλό” όπως λέει και ο σοφός λαός.

Μετρούσες ήδη 18 μήνες άνεργος όταν ξεκίνησες το “Έλα να πιούμε ένα ποτηράκι,  κάνει καλό και στα νεύρα. Θα μας βοηθήσει να χαλαρώσουμε και να κοιμηθούμε. Σήμερα το σηκώνει και το φαγητό μας. Έλα στην υγεία μας!”. Μόνο που το ένα ποτηράκι πολύ γρήγορα έγινε ένα μπουκαλάκι και πριν καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε, έφτασες στο σημείο κάθε μέρα ν’ αγοράζεις δυο και τρία μπουκάλια κρασί. Ξαφνικά έγινες ειδήμων, ένας ιδιαίτερα οξύθυμος και νευρικός ειδήμων, που είχε αρχίσει να μαθαίνει τα πάντα για τις παραγωγές, τις γεύσεις, τα αρώματα των κρασιών και όχι μόνο.

Μετά από λίγο άρχισες να ξεσπάς. Όταν το βλέμμα παραδινόταν στον μέθυσο σάτυρο-θεό, άνοιγες το στόμα σου και δεν ήξερες τι έλεγες. Προσβολές, βρισιές, κατηγόριες… δεν δίστασες να φτάσεις ακόμη και στο σημείο να ξεστομίσεις, πως αν δεν υπήρχα στη ζωή σου, θα μπορούσες κάλλιστα να ικανοποιήσεις το κέφι της αφεντικίνας σου, ώστε να μην χάσεις τη δουλειά σου. Εκείνο το βράδυ έμεινα παγωμένη σε μια γωνιά του καθιστικού, προσπαθώντας να καταλάβω αν ήταν το κρασί που μιλούσε ή αν το κρασί απλώς είχε βοηθήσει τη γλώσσα να λυθεί, ν’ αποκαλύψει ίσως τις κρυφές σου σκέψεις, τις ανομολόγητες επιθυμίες σου. Πριν ξημερώσει η νέα μέρα, ήξερα πως ήδη είχα χάσει το ταίρι μου, πως το τέλος πια βρισκόταν εκεί στο τέλος της διαδρόμου για μας τους δυο και δυστυχώς οι πράξεις σου με επιβεβαίωσαν. Το επόμενο ξέσπασμά σου ήρθε τρεις μέρες μετά, για να με κάνει να σιχαθώ τον ίδιο μου τον εαυτό. Ποτέ μου δεν φαντάστηκα πως θα έφτανες στο σημείο να κακοποιήσεις, εκτός από τη ψυχή μου και εμένα την ίδια. Ξέσπασες πάνω μου σαν θεριό, που το μόνο που ήθελε ήταν να με κατασπαράξει. Παρότι θυμάμαι ελάχιστα μετά το χτύπημα στο κεφάλι, δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα μίσους που είχες καρφώσει πάνω μου, ενώ κραύγαζες σε κατάσταση υστερίας. Όχι, ο άνδρας που είχα αγαπήσει και είχα παντρευτεί, είχε φύγει μακριά, είχε επιλέξει την άνανδρη φυγή και εγώ τώρα πια πάλευα μ’ ένα θεριό, που το μόνο που ήθελε ήταν να με τιμωρήσει…

Δυστυχώς άργησα πολύ να οργανώσω τη δραπέτευσή μου. Τα κατάφερα όμως,  μάζεψα τα χρήματα που θα μου έδιναν την αυτονομία μου μέχρι να ξανασταθώ στα πόδια μου, τακτοποίησα όλες τις νομικές εκκρεμότητες, η αίτηση διαζυγίου θα ‘ρχόταν στα χέρια σου όταν εγώ θα ήμουν ήδη πολύ μακριά. Μάζεψα τα άκρως απαραίτητα σε μια τσάντα ταξιδίου και αφού έκλεισα στα παλιά μπαούλα την κοινή μας ζωή, ανάγκασα την περηφάνειά μου να σταθεί όρθια, έβγαλα τα κλειδιά από το μπρελόκ, άφησα το τυπικό σημείωμα που αφήνει πίσω του κάθε δραπέτης και σιγανά έκλεισα για πάντα την πόρτα της ζωής μου, που είχε στο θυροτηλέφωνό της τ’ όνομα σου. Όταν θα μ’ αναζητούσες κάποια στιγμή, θα έβρισκες μονάχα ένα διπλωμένο κομμάτι χαρτί με τον επίλογο της αγάπης μας… “Μακάρι να μην σε γνώριζα ποτέ!”.

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.