Όταν σ’ άκουσα να μου λες πως είσαι ερωτευμένος μαζί μου, για μια στιγμή αισθάνθηκα να μου φράζουν τα πνευμόνια… Όχι, αυτό δεν το περίμενα, δεν το φανταζόμουν καν! Πάντα σε θεωρούσα έναν πολύ καλό φίλο, έναν φίλο καρδιάς. Μπορούσα να σ’ εμπιστευθώ, να σου εξομολογηθώ τις πιο σκοτεινές σκέψεις μου, τις πιο ακραίες επιθυμίες μου, ήταν αδύνατο όμως να σε νιώσω ως ταίρι μου. Δεν ήξερα τι να πω, πώς να εκφράσω την αδυναμία της ψυχής μου ν’ ακουμπήσει πάνω σου μ’ εκείνον τον παραδοσιακό τρόπο, που μια ψυχή αγγίζει μια άλλη, για να της εξομολογηθεί εκείνο το άπιαστο “σ’ αγαπώ”. Μου ζήτησες να σ’ εμπιστευθώ και ν’ αφεθώ με οδηγό τη δική σου πίστη, πως εμείς οι δυο έχουμε γεννηθεί για να είμαστε μαζί, ταίρι ζωής. Μια ντροπαλή φωνή άρχισε να μου ψιθυρίζει στο αυτί πως ήταν λάθος, ίσως από τα μεγαλύτερα που θα έκανα, δεν είχα όμως το κουράγιο να σ’ αρνηθώ. Στα μάτια σου δεν έβλεπα τον εραστή, μα τον καρδιακό φίλο, τον άνδρα που τα χέρια του με προστάτευαν σε κάθε δύσκολη στιγμή, τη σκιά που πάντα βρισκόταν πάνω μου ως ασπίδα, τη φιγούρα που πάντα βρισκόταν μια ανάσα μακριά μου για να με στηρίξει, για ν’ απομακρύνει τα εμπόδια από το μονοπάτι της ζωής μου, για να σταθεί φάρος και ταυτόχρονα φύλακας. Το έκανα, αφέθηκα, παρακάλεσα στην Παναγιά να μας λυπηθεί και επέτρεψα τα χείλη σου ν’ αγγίξουν με λαχτάρα τα δικά μου. Ίσως ήταν η συγκίνηση της στιγμής, η έκπληξη της πρώτης επαφής και η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο έντονα. Τότε το μετέφρασα ως απόδειξη πως τελικά όλα θα πήγαιναν καλά… Ναι, ίσως να πήγαιναν καλά, αν δεν διαπίστωνα έντρομη πως η καρδιά μου χτυπούσε πιο έντονα από φόβο και όχι από ερωτική ταραχή. Πως οι χτύποι της αυξανόταν γιατί για πρώτη φορά αισθανόμουν εγκλωβισμένη μέσα στην τρυφερή αγκαλιά σου, γιατί οι ανάσες σου όταν μ’ άγγιζαν, μου προκαλούσαν πανικό και όχι ερωτική δίψα.

Προσπάθησα να κάνω σύμμαχο τη λογική, εκεί που δεν υπάρχει καμία λογική, στον έρωτα. Όχι, μάτια μου όμορφα, ο έρωτας δεν έχει λογική, δεν εξηγείται. Μπορεί να σ’ αγάπησα για την ηθική σου, για την καλοσύνη σου, για το αντριλίκι σου, που στις μέρες μας είναι τόσο σπάνιο, μα την αγάπη αυτή δεν μπορώ να τη μεταμορφώσω σ’ έρωτα. Ίσως μάλιστα και βαθιά μέσα μου να μη θέλω. Όλα όσα αισθανόμουν για σένα, με υποχρέωναν να κάνω υπομονή και κυρίως να παλεύω ν’ αλλοιώσω την ίδια μου τη ψυχή. Δεν ήθελα με κανέναν τρόπο να σε πληγώσω και αποφάσισα πως θα έκανα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να ορίσω τα συναισθήματά μου, να τα “διατάξω” να γίνουν αυτό που λαχταρούσες. Μόνο που υπάρχουν και εκείνες οι ιερές στιγμές της ένωσης, που οι ψυχές εξομολογούνται αυτά που τα χείλη ή τα χάδια αδυνατούν να καμουφλάρουν κάτω από ψεύτικες κραυγές ή καταπιεσμένες αγκαλιές. Είναι οι στιγμές που η αλήθεια σου θεριεύει, υψώνεται ψηλά, τόσο που όλα τα υπόλοιπα κρύβονται φοβισμένα. Εκείνες τις στιγμές αδυνατούσα να σου δώσω τον έρωτα τον απόλυτο, τον σαρωτικό, εκείνον που θα σ’ άρπαζε στα χέρια του και θα σε λεηλατούσε σαν αιχμάλωτο πολέμου.

Παρόλες τις παρωπίδες της δικής σου αιχμαλωσίας, το κατάλαβες, το ένιωσες και θα ήταν πρόστυχο από μέρους μου να σου πω ψέματα. Μείναμε αγκαλιασμένοι μέχρι το γλυκοχάραμα, τα κορμιά συνέχιζαν να διψάνε για εκείνην την αγάπη που είχε δραπετεύσει από το παραθύρι και είχε φύγει μακριά δίχως να τη συναντήσουμε, ενώ οι ψυχές… πόσο παράλογο ήταν Θεέ μου, ήδη μοιρολογούσαν τον θάνατό της. Κάποια στιγμή έκλεισες το πρόσωπό μου μέσα στα χέρια σου και μου χάρισες το πιο όμορφο, το πιο πολύτιμο φιλί της ζωής μου, της ίδιας μου της ύπαρξης “Συγνώμη καρδιά μου που σ’ αγάπησα τόσο…”. Τα μάτια μου σε κοίταζαν θολά, ενώ γι’ ακόμη μια φορά η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει “Συγνώμη μάτια μου που δεν κατάφερα να σ’ αγαπήσω έτσι όπως λαχταρούσες…”.

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.