Μια φράση δεν λέει να φύγει από το μυαλό μου κάθε φορά που σε σκέφτομαι… “Δεν ξέρω, ίσως θα έπρεπε πρώτα να ρωτήσω τη μητέρα μου…”. Όταν σε γνώρισα, το θεώρησα προτέρημα πως ήσουν τόσο δεμένος με την οικογένειά σου. Τότε δεν ήξερα, δυστυχώς στην πορεία έμαθα… Δεν είναι κακό να ζητάς τη συμβουλή των δικών σου ανθρώπων, είναι κακό όμως να μην έχεις τη βούληση ν’ αποφασίσεις μόνος για τη δική σου ζωή. Ομολογώ πως αφέθηκα πολύ γρήγορα και σου δόθηκα πριν συνειδητοποιήσω πως δεν ήσουν ο κατάλληλος. Βλέπεις είχα ανάγκη να νιώσω εκείνο το χάδι του έρωτα, το ξεμυάλισμα που δεν σ’ αφήνει να κοιμηθείς τα ζεστά βράδια, την ανησυχία που σε κάνει ν’ ανατριχιάζεις κάθε φορά που η σκέψη σου είναι σ’ εκείνον. Ναι, το ομολογώ, διψούσα να δοθώ κάπου, ν’ ανήκω σε μια ζεστή αγκαλιά, σε δυο χείλη που θα ξυπνούσαν το κορμί και τη ψυχή μου που χρόνια τώρα είχαν πέσει σε χειμερία νάρκη.

Μου έκανες εντύπωση από την πρώτη στιγμή, η ευγένεια, η μόρφωσή σου, εκείνο το απίστευτα γλυκό χαμόγελο, που κυριολεκτικά με καθήλωνε κάθε φορά που μου το χάριζες, στάθηκαν ικανά να σου πω το πολυπόθητο “ναι” και να βγω μαζί σου μια βόλτα στην παραλία. Μια βόλτα που μας οδήγησε σε μια πολύ όμορφη σχέση για δεκατέσσερις ολόκληρους μήνες. Αφέθηκα στην τρυφερότητα και τον ρομαντισμό σου, δίχως να προσέξω κάποιες συγκεκριμένες φράσεις, που χρησιμοποιούσες απίστευτα συχνά… “Η μητέρα μου θα ξέρει!”, “Θα ρωτήσω τη μητέρα μου!”, “Και η μητέρα μου αυτό κάνει!”… Τελικά κατάφερα να ξυπνήσω από το λήθαργό μου και να συνειδητοποιήσω πως ποτέ δεν έπαιρνες μια απόφαση που αφορούσε τη ζωή σου, δίχως να ενημερώσεις πρώτα τη μητέρα σου, που θα πρέπει να ομολογήσω πως μου ήταν μάλιστα και ιδιαίτερα συμπαθής. Έκανα το λάθος να προσπαθήσω να σε παρασύρω μακριά από αυτόν τον “φυσικό” φόβο, αν θέλεις την ανασφάλεια, πάλεψα να σε πείσω πως ήσουν δυνατός και μπορούσες ν’ αποφασίσεις για τη ζωή σου δίχως τις συμβουλές της μητέρας σου. Το μόνο που κατάφερα, ήταν να κλειστείς στο καβούκι σου και να με κατηγορήσεις πως ήθελα να σ’ απομακρύνω από την οικογένειά σου.

Ένιωσα προσβεβλημένη, για δεκατέσσερις ολόκληρους μήνες ήμουν πάντα στο πλάι σου, σκιά προστάτης στη σκιά σου, έτοιμη να παλέψω με όλους τους φόβους και τις ανασφάλειές σου και όχι μόνο. Προτεραιότητά μου οι ανάγκες σου, αγωνία μου η πραγματοποίηση των “θέλω” σου, εχθροί μου οι εχθροί σου, όνειρά μου τα όνειρά σου και ξέρεις κάτι; Το έκανα με χαρά. Το έκανα γιατί τότε πίστευα πως το άξιζες. Κανείς δεν είναι τέλειος, κανείς δεν είναι δίχως φοβίες και ανασφάλειες. Για μένα το πιο σημαντικό ήταν πως έβλεπα και καταλάβαινα πως μ’ αγαπούσες, πως η καρδιά σου ήταν πλημμυρισμένη από αγάπη και τρυφερότητα, από εκείνο το γλυκό χάδι στη ματιά, που τόσο είχα ανάγκη. Δεν μπορούσα όμως να δεχθώ τις κατηγορίες σου! Όχι, ήταν άδικο και δεν μου άξιζε! Έπρεπε να σου δώσω να καταλάβεις το λάθος σου και γι’ αυτό απομακρύνθηκα. Δεν ήταν εύκολο, μα βαθιά μέσα μου ήξερα πως αυτό έπρεπε να κάνω. Τρεις μήνες μετά, απόλυτη σιωπή. Ένα δυο τηλεφωνήματα σιωπής, όπως ονομάζω εγώ τα τηλεφωνήματα που η φωνή δεν τολμά να πει αυτά που η ψυχή κρύβει μέσα της και μετά τίποτα… Το δέχθηκα, εξάλλου δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Αν ήθελα να διατηρήσω την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό μου, έπρεπε να μείνω άπραγη και να σ’ αφήσω να διαπιστώσεις μόνος σου αυτό που και οι δυο μας ξέραμε καλά… Εγώ υπήρξα ό,τι καλύτερο μπορούσε να σου φέρει η μοίρα…

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.