Γνωριστήκαμε στην τρίτη Γυμνασίου, όταν αποφασίσαμε να κάνουμε αποχή, γιατί οι αίθουσες είχαν πλημμυρίσει και το κρύο ήταν αβάσταχτο μέσα στο σχολείο. Μας έδεσε το κοινό χιούμορ, ο χορός και η αγάπη για τα βιβλία. Καταλήξαμε δεκαπέντε χρόνια μετά να είμαστε αχώριστες, εγώ να ‘χω δημιουργήσει έναν μικρό εκδοτικό οίκο στο διαδίκτυο και εσύ να είσαι η πιο σημαντική επιμελήτρια κειμένων και όχι μόνο. Αχώριστες στη δουλειά, στη σχολή χορού δυο φορές την εβδομάδα, στη ζωή που μας ήθελε “αδελφές”, όχι από αίμα, μα από επιλογή. Τουλάχιστον εγώ έτσι πίστευα πριν νιώσω πάνω μου την προδοσία σου… Περίμενα να μου παραδόσεις τρία παιδικά βιβλία και ένα μυθιστόρημα, όταν μια σκιτσογράφος στη μηνιαία συνέλευση με ρώτησε αν τελικά ήταν οριστικό τ’ ότι δεν ανήκες πια στο team του εκδοτικού. Γύρισα και την κοίταξα σχεδόν σοκαρισμένη. Η αλήθεια ήταν πως μετά από ένα τυπικό και μάλλον ψυχρό μήνυμα που μ’ ενημέρωνες πως ήσουν άρρωστη με covid, δεν ξαναμιλήσαμε. Μια μεγάλη καθυστέρηση από το τυπογραφείο και δυο τρία ακόμη σοβαρά προβλήματα, με είχαν αποδιοργανώσει τελείως και είχα παραμελήσει τις βραδινές συνομιλίες μας. Μετά υποτίθεται πως ήσουν πολύ βαριά και δεν ήθελα να ενοχλώ. Έμεινα για λίγο παγωμένη και μετά ζήτησα κατ’ ιδίαν στην κοπέλα να μου εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε και τότε έμαθα πως είχες αναλάβει δυο νέα μυθιστορήματα σε κάποιον ανταγωνιστή εκδοτικό οίκο… Δεν ήξερα τι να πω, τι να κάνω, πώς ν’ αντιδράσω! Μόλις έμεινα μόνη, σήκωσα το τηλέφωνο και τρέμοντας άρχισα να πληκτρολογώ στο καντράν το σταθερό τηλέφωνό σου, όταν έντρομη συνειδητοποίησα πως πριν δηλώσεις άρρωστη είχες χάσει τρία μαθήματα χορού και είχες ακυρώσει δυο εξόδους μας. Όχι, δεν μπορεί! Δεν θα το έκανες ποτέ αυτό! Εξάλλου δεν υπήρχε λόγος να το κάνεις, θα μπορούσες να μου μιλήσεις, να μου εξηγήσεις! Εμείς οι δυο έχουμε περάσει πολύ πιο σοβαρά θέματα, μα πάντα μαζί,  ενωμένες.

Τα δάκρυα άρχισαν να θολώνουν τη ματιά μου, ενώ τα χέρια ήταν πια αδύνατο να συγκρατήσουν το ακουστικό. Έκλεισα το τηλέφωνο, έκλεισα τα φώτα και γέμισα ένα μεγάλο φλιτζάνι με βότκα, ξέρεις… από εκείνο το κρυμμένο μπουκάλι που πέρσι μου είχες φέρει, όταν δεν καταφέραμε να κερδίσουμε έναν διαγωνισμό. Απόμεινα σαν φάντασμα στο γραφείο να κοιτάζω τους τοίχους, που ξαφνικά γέμισαν με εικόνες από το παρελθόν, εικόνες από μένα και από σένα, εικόνες χαράς και λύπης, γέλια ξένοιαστα, αγκαλιές τρυφερές και υποστηρικτικές, λόγια συμπαράστασης, λόγια αγάπης, λόγια βαθιάς φιλίας… Λίγο πριν ξημερώσει, αποφάσισα ν’ αντιδράσω. Σου έστειλα ένα email προσπαθώντας να σου θυμίσω ποια ακριβώς ήμουν για σένα και ποια ακριβώς ήσουν εσύ για μένα. Δεν ξέρω αν κατάφερα να σου θυμίσω την αλήθεια μας, την αλήθεια που μας έδενε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Αλήθεια… αναρωτιέμαι, ήταν όντως αυτή η αλήθεια μας ή μήπως τελικά με είχες βουτήξει στο ψέμα και ποτέ δεν το κατάλαβα; Γιατί μάτια μου όμορφα, αν με θεωρούσες όντως φίλη, αδελφή, ποτέ δεν θα με πρόδιδες μ’ αυτόν τον απαράδεχτο τρόπο. Ποτέ…

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.