Σε μια γωνιά καθισμένος και τους κοιτάζεις… ζευγάρια που κοιτιούνται και τα μάτια τους γελούν, αγγίγματα απαλά, γεμάτα στοργή, αγκαλιές αληθινές, γεμάτες νοιάξιμο. Σε μια γωνιά καθισμένος και τους παρατηρείς… φίλοι καρδιακοί, που ανταλλάσσουν αστεία και ξεκαρδίζονται, που συνωμοτούν άηχα, που αγγίζονται τυχαία και ζεσταίνει το βλέμμα τους. Σχέσεις αληθινές, δοκιμασμένες στα χρόνια. Άνθρωποι που πέρασαν μαζί από σκοπέλους, μα κανένας δεν κατάφερε να τους χωρίσει. Άνθρωποι που βίωσαν μαζί δυσκολίες, μα δεν άφησαν ο ένας το χέρι του άλλου. Άνθρωποι που δεν ήταν μαζί μόνο στα εύκολα, μα και στα δύσκολα. Άνθρωποι που μάλωσαν, αγαπήθηκαν και πάλι απ’ την αρχή. Άνθρωποι που όσα κι αν προσθέσεις, όσα κι αν αφαιρέσεις γύρω και μέσα τους, αγάπη θα βγαίνει πάντα στο πηλίκο…

Σε μια γωνιά καθισμένος και τους κοιτάζεις… και σφίγγεις ένα ποτήρι με αλκοόλ στο χέρι και κλείνεις ένα “γιατί” στην καρδιά. Κι αν υπάρχει ερώτημα που πονάει παραπάνω, είναι το “Γιατί δεν κατάφερα ποτέ μου έτσι ν’ αγαπηθώ;”. Και μένει το βλέμμα κολλημένο πάνω τους και δεν κρύβει ίχνος ζήλιας, παρά μόνο παράπονο εντός σου. Μένει εκεί το βλέμμα και τους καμαρώνεις για το πόσο καλά τα κατάφεραν, για το πόσο σωστές επιλογές έκαναν. Κι είναι αυτό το κλειδί της πικρίας, αυτές οι λάθος επιλογές, αυτές οι λάθος δικές σου επιλογές, που σ’ έχουν πάρει αγκαλιά και σε ταρακουνούν ασταμάτητα, μη αφήνοντάς σε να ηρεμήσεις. Κανένας τέλειος, κανένας αλάνθαστος, μα αυτές οι ίδιες κι απαράλλακτες επιλογές, που σε βγάζουν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα, στην ίδια απύθμενη μοναξιά, αρχίζουν να φωνάζουν κάποια στιγμή πως πρέπει να βρεις το λάθος, το δικό σου λάθος. Και κλείνεσαι μέσα στην ίδια σου την αγκαλιά και σφίγγεις τα χέρια και κλείνεις τα μάτια και θα ήθελες αν μπορούσες να μικρύνεις, να γίνεις μικρό κουβάρι, να χαθείς…

Όχι, δεν τα κατάφερες ν’ αγαπηθείς, δεν τα κατάφερες να αποκτήσεις έναν άνθρωπο δικό σου, ολόδικό σου. Όχι, δεν τα κατάφερες να βρεις εκείνον τον άνθρωπο που θα πονάει η ψυχή του όταν ξεστομίζει το “σ’ αγαπώ”, που θα έβαζε μπροστά την καρδιά του, για να προστατεύσει τη δική σου, που θα στεκόταν βράχος να ξαποστάσεις και να στηριχτείς μην πέσεις. Όχι, δεν τα κατάφερες να βρεις εκείνον τον άνθρωπο, εκείνον τον φίλο τον καρδιακό, που αν χρειαστεί θα βάλει το δικό του καλό κάτω απ’ το δικό σου, που αν δεν μπορεί να σε σηκώσει όταν πέσεις, θα καθίσει στο πάτωμα δίπλα σου κι ας παρασυρθεί μαζί σου, που θα νοιάζεται αληθινά αν είσαι καλά κι αν δεν είσαι, θα γυρίσει τον κόσμο ανάποδα για να βρεθεί στο πλάι σου. Όχι, δεν τα κατάφερες ν’ αγαπηθείς και στέκεις εκεί και τους κοιτάζεις, στέκεις εκεί και μετράς από μέσα σου μία μία όλες τις κακές επιλογές που έκανες και που σε οδήγησαν σ’ αυτή τη μοναξιά που ώρες ώρες σε διαλύει. Σε μια γωνιά καθισμένος και τους κοιτάζεις… και σφίγγεις ένα ποτήρι με αλκοόλ στο χέρι και κλείνεις ένα “γιατί” στην καρδιά. Κι είναι κι αυτή η σκέψη που σαν ραγισμένο γυαλί κάνει τα χείλη και την καρδιά σου να ματώνουν… “Μήπως τελικά δεν μου άξιζε έτσι ν’ αγαπηθώ;”…

Κική Γιοβανοπούλου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.