Παιδιά δυο συνεταίρων… Ένα κλασικό μοτίβο της ελληνικής κοινωνίας που μας ήθελε μαζί, μια που τα οικονομικά μας συμφέροντα ήταν κοινά, μόνο που κανείς δεν μας ρώτησε αν η καρδιά συμφωνεί σε μια τόσο επιτυχημένη εμπορική συναλλαγή. Η δική μου δυστυχία; Ερωτευμένη μαζί σου από την πρώτη στιγμή που αισθάνθηκα τον εαυτό μου. Όλα τα παιδικά μου παιχνίδια, όλα τα εφηβικά όνειρα είχαν πρωταγωνιστή εσένα, τον ψηλό ξανθό γίγαντα, που όμως όταν η ματιά του έπεφτε πάνω μου σκοτείνιαζε. Όσο ήμασταν μικροί, για κάποιον ανεξήγητο λόγο ήμασταν αχώριστοι. Μαζί στα παιχνίδια, στα μαθήματα ξένων γλωσσών, στις περιπέτειες στο κοντινό δάσος, στους πολέμους της γειτονιάς με τις υπόλοιπες συμμορίες. Τότε ήσουν ο αρχηγός και εγώ ο οπλαρχηγός, μέχρι που η εφηβεία κατέκτησε τα κορμιά και τη σκέψη μας και ως δια μαγείας εσύ έγινες σιωπηλός και απόμακρος και εγώ μια ηλίθια ρομαντική, που σε κάθε ευκαιρία κορόιδευες. Ξαφνικά τα πέντε χρόνια διαφοράς, έγιναν ένας απέραντος ωκεανός, που άρχισε να μας χωρίζει σε όλα τα επίπεδα. Σπουδές στο εξωτερικό, υποκαταστήματα στην επαρχία, επαγγελματικά ταξίδια και πολλές πολλές… απίστευτα πολλές κατακτήσεις, να γεμίζουν τις σελίδες των κουτσομπολίστικων περιοδικών και εγώ να τις κοιτάζω και να μαραζώνω. Βαθιά μέσα μου το ήξερα καλά πως δεν ήθελες να γίνουμε ζευγάρι, οι δικοί μας μπορεί να έκαναν σχέδια για το μέλλον, μα εσύ δε συμφωνούσες μαζί τους και δεν έχανες ευκαιρία να τους το δείχνεις. Ίσως να μην τολμούσες να το πεις με λόγια, μα όλες σου οι πράξεις κραύγαζαν πως δεν με ήθελες για ταίρι.

Παρότι άκουγα τους γονείς μας να πλάθουν διάφορα σενάρια, εγώ είχα σταματήσει προ πολλού να κάνω σχέδια για μια κοινή ζωή. Το είχα πάρει απόφαση πως εσύ δεν θα δεχόσουν ποτέ να με παντρευτείς, μέχρι που στα 25α γενέθλιά μου, σε είδα να στέκεσαι στην εξώπορτα του σπιτιού μας κρατώντας ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο και κοιτώντας με σαν να ‘μουν μια άγνωστη που τυχαία συνάντησες στον δρόμο. Για μια στιγμή τα ‘χασα, δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου, είχαμε να βρεθούμε πάνω από τρία χρόνια, από τη στιγμή που απέφευγες κάθε οικογενειακή συνάντηση. “Χρόνια πολλά μικρή. Να τα εκατοστίσεις!”. Πριν προλάβω να σ’ ευχαριστήσω, αισθάνθηκα τα χείλη σου να με φιλάνε πεταχτά στα δικά μου και μα το Θεό ένιωσα έναν μικρό σεισμό. Ήμουν έτοιμη να κρατηθώ από την πόρτα, όταν τα χέρια σου μ’ έπιασαν αποφασιστικά από τη μέση. Το ένα σοκ μετά το άλλο! Και το αποκορύφωμα της βραδιάς, το μονόπετρο που ούτε καν κατάλαβα πώς βρέθηκε να κοσμεί το αριστερό μου χέρι και εσύ να με φιλάς για δεύτερη φορά μπροστά στους ευτυχισμένους γονείς μας. Δυστυχώς το όνειρο κράτησε μόνο λίγες ώρες, λίγο πριν ξημερώσει και ενώ το γλέντι καλά κρατούσε, σ’ άκουσα να εξομολογείσαι σ’ έναν κοινό φίλο, πως δεν μπορούσες να κάνεις διαφορετικά, πριν από λίγες μέρες είχες μάθει πως ο πατέρας σου νοσούσε από καρκίνο στα πνευμόνια και αποφάσισες να τον… “ευχαριστήσεις”. Αν είχες πάρει ένα μαχαίρι και μου το είχες καρφώσει, νομίζω πως θα πονούσα λιγότερο. Δεν πρόλαβα να προφυλάξω τον εαυτό μου, όταν συναντήθηκαν οι ματιές μας το ξέραμε και οι δυο πια πως δεν υπήρχαν περιθώρια για άλλους θεατρινισμούς και ψέματα. Κάποια στιγμή προσπάθησες να με πλησιάσεις για να δικαιολογηθείς. Απίστευτο! Σε ώθησα μακριά μου, δίχως να σου δώσω την ευκαιρία να πληγώσεις ακόμη περισσότερο την καρδιά μου. Εκείνη τη μέρα για μένα ο παιδικός και εφηβικός μου έρωτας πέθανε. Ξεψύχησε μέσα στα όνειρα που δεν είχαν προλάβει να πετάξουν, μέσα στα ροδοπέταλα του τριαντάφυλλου που είχες το θράσος να μου χαρίσεις εκείνο το βράδυ…

Παρόλα αυτά συνεχίσαμε και οι δυο τους ρόλους μας για χάρη του πατέρα σου, που είχε ανάγκη να κρατηθεί από κάπου. Γέλια, σχέδια για τον γάμο της χρονιάς και φυσικά επισκέψεις στους πιο διάσημους γιατρούς της πόλης, χημειοθεραπείες, δοκιμές φαρμάκων, απελπισία, πόνος, φόβος και κάπου σε μια γωνιά εγώ, να παλεύω να βοηθήσω τη μητέρα σου, να σταθώ στο πλάι της σαν κόρη και ταυτόχρονα να χαμογελάω σαν ηλίθια ερωτευμένη. Ναι, δεν μπορώ να πω ψέματα στον εαυτό μου, παρέμενα ερωτευμένη μαζί σου, αθεράπευτα ερωτευμένη, ήθελα να είσαι καλά, φρόντιζα να είσαι καλά. Κανόνιζα τα ραντεβού να μην είναι κουραστικά και να μην συμπίπτουν με τις ώρες που ήθελες να τις περνάς με τον πατέρα σου και να τον συνοδεύεις στις θεραπείες του. Φρόντιζα να υπάρχει πάντα ζεστό φαγητό ό,τι ώρα και αν επέστρεφες από το γραφείο, φρόντιζα τα βαρετά ραντεβού των παλιών πελατών να τα κάνω εγώ και φυσικά φρόντιζα να μην ασχολείσαι καθόλου με το βαρετό θέμα του γάμου μας. Μάλιστα κατάφερα να πείσω τους πάντες πως δεν θέλαμε τον γάμο της χρονιάς, απλώς μια διακριτική τελετή μεταξύ συγγενών και λίγων αγαπημένων φίλων. Όταν σ’ ενημέρωσε η μητέρα σου, σε είδα να με κοιτάζεις έκπληκτος, μα δεν σου έδωσα την ευκαιρία να μου μιλήσεις. Αποτελείωσα τη δουλειά μου και σηκώθηκα να φύγω γιατί το απόγευμα έπρεπε να πάμε σ’ έναν νέο γιατρό. Όταν βρεθήκαμε το απόγευμα, για πρώτη φορά είδα το βλέμμα σου πιο ήρεμο. “Θέλω να μιλήσουμε. Έχω ανάγκη να μιλήσουμε…”. Μόνο που άκουσα τη φωνή σου, ανατρίχιασα ολόκληρη. Δεν μπορούσα ν’ αρνηθώ. Συνοδέψαμε τον πατέρα σου στον γιατρό, που μας έδωσε μια άλλη ελπίδα και μετά αποφασίσαμε να πάμε οι δυο μας μια βόλτα στη θάλασσα. Ουσιαστικά ήταν η πρώτη φορά που βγαίναμε μαζί, από τα γενέθλιά μου και μετά, κάθε φορά που λέγαμε πως θα βγούμε, σε παρατούσα και έμπαινα στον πρώτο κινηματογράφο που συναντούσα στον δρόμο μου. Μείναμε μπροστά στη θάλασσα ν’ ακούμε το παραπονιάρικο τραγούδι της, μέχρι να βρεις τη δύναμη να μου αποκαλύψεις όλα όσα έκρυβες βαθιά μέσα στη ψυχή σου….

Καταλήξαμε αγκαλιασμένοι να κλαίμε σαν μικρά παιδιά που τους είχαν στερήσει το πιο αγαπημένο παιχνίδι. Μου εξομολογήθηκες πως η εμμονή των δικών μας να γίνουμε ζευγάρι, είχε καταστρέψει κυριολεκτικά όλα σου τα συναισθήματα. “Εσύ ήσουν η μικρή μου αγαπημένη, η νεράιδα που πάντα κατάφερνε να κοιμίζει όλους τους εφιάλτες μου. Έχεις ιδέα πόσα αγόρια της γειτονιάς έχω δείρει για χάρη σου; Στην ιδέα και μόνο πως ήθελαν να σε πειράξουν, τρελαινόμουν. Ακόμη τρελαίνομαι κάθε φορά που βλέπω κάποιον να σε πλησιάζει, να σου χαμογελάει, να προσπαθεί ν’ αγγίξει τους ώμους σου, να…”. Συνέχισα να κοιτάζω κοκκαλωμένη. “Είτε σ’ αρέσει, είτε όχι, είσαι δικιά μου και δεν πρόκειται να σ’ αφήσω να φύγεις. Το ξέρω πως ίσως κάποιες φορές ν’ αντέδρασα υπερβολικά, επηρεασμένος από τα λεγόμενα των γονιών μας. Όμως…”. “Δεν θέλω να φύγω…”. “Όχι μάτια μου, δεν θα φύγεις…”.

Μαρία Σταυρίδου

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.