«Η δουλειά είναι απλή, θα ξεσκονίζεις τα ράφια. Ξεκινά με αυτό». Την κοίταζε καλά – καλά ο ψωμοδότης. «Τελείωσα», είπε σε λίγο η μικρή. “Ωραία, τώρα βγάλε τα ρούχα σου και βάλτα πάνω στο ράφι. Θα σου δώσω τα ρούχα, που θα φοράς στο μαγαζί”. Το κοριτσάκι σαν χαμένο γδύθηκε. «Χαμογέλασε μου, εδώ μέσα μόνο θα χαμογελάς. Θα σε βγάλω μερικές φωτογραφίες. Βάλε τα κοτσιδάκια σου μπροστά για να φαίνονται. Να πεις στη μάνα σου να στα φτιάχνει κάθε μέρα κοτσίδες τα μαλλιά» , απαίτησε ο εργοδότης. Οι φωτογραφίες βγήκαν με μάρτυρα την φριχτή ντροπή του παιδιού. Το κορμί του μπήκε στην βιτρίνα του άλλου μαγαζιού, του μεγάλου και ακριβού. Εκεί, που η πελατεία είχε ανείπωτες απαιτήσεις. Δεν την ήθελαν γυναίκα μόνο. Κούκλα παιδική για να την χαλάσουν. Ζώο, που το χτυπάγανε. Έπιπλο, που βάζανε τα πόδια τους πάνω του. Αρρωστημένα διατάζουν, κολλώντας ακόμα και πιστόλι πάνω στο κορμί του. Έστω κι έτσι θα πρέπει να χαμογελάει στον πελάτη.

Όλοι είμαστε απέναντι σε αυτό το χαμόγελο της μικρής, το χαμόγελο του βιασμού, του ξύλου και του όπλου. «Ρε μάνα, πώς στέκεσαι μπροστά σε αυτό το χαμόγελο!», με ρωτάει η κόρη μου, χωρίς να το ξέρει. Χαμόγελο απαιτεί η διαστροφή, χαμόγελο σε τιμή χαμηλή! «Δεν χρειάζεται να πληρώσεις πολλά για την μικρή, για να ευχαριστηθείς γίνεται, δεν αξίζει περισσότερα». Έλεγε το αφεντικό της. Έγιναν τα παιδιά φθηνή διασκέδαση. Τι άλλο μένει για την λέξη τέλος; Τέλος της ανθρωπιάς, τέλος της λογικής. Κάθε μέρα το κορίτσι δεν καθάριζε απλώς το ράφι. Έμπαινε το ίδιο σαν εμπόρευμα, που το «κατανάλωνε» ο μαγαζάτορας μαζί με την πελατεία. Παιδιά εμπορεύματα, εφοδιάζουν κεντρικά μαγαζιά. Αυτή είναι η κοινωνία μας σήμερα, μαγαζί κεντρικό, πίσω στην αποθήκη “φυλάσσονται” οι παιδοβιαστές και η διαστροφή τους. Μπροστά στη βιτρίνα μοστράρουν η νομιμότητα, η ηθική και η φιλανθρωπία. Ανάμεσα στην αποθήκη και στη βιτρίνα ο έμπορος. Μπροστά στη βιτρίνα όλοι εμείς, οργισμένοι θεατές στα δελτία ειδήσεων. Είναι λίγη η οργή μπροστά σε τέτοιο έγκλημα, ανίσχυρη. Και οι νόμοι να παλεύουν τις σκιές! Πιάνεται η σκιά; Οι “πελάτες” των παιδιών, ατιμώρητα κυκλοφορούν για χρόνια δίπλα μας. Ποντάρουμε φωναχτά πια στους κυριολεκτικά καταδικασμένους για να τιμωρήσουν όσους παιδοβιαστές πετύχουν «τυχαία» στο μπάνιο της φυλακής. Κουβέντες της μικρής, που της έμαθε “χαμογελώντας”... “Εγώ κόσμε μεγάλωνα για σένα, κρεβάτι φθηνό με κατάντησες. Θα ωρίμαζα για εσένα, αλλά δεν πρόλαβα, με το σάπισμα που με φόρτωσες παλεύω…”.

Ειρήνη Μουμούρη

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.