Ένα ακόμη επαγγελματικό ταξίδι με κούραση, ένταση, αγωνία και  ένα άδειο κρεβάτι. Στα χείλη μόνιμα μια γεύση πίκρας, που δεν έλεγε να φύγει με τίποτα από τον ουρανίσκο. Υποτίθεται πως είχε δυο ολόκληρες μέρες στη διάθεσή της να δει την αιώνια πόλη των ερωτευμένων, να τριγυρίσει στα σοκάκια που κάποτε τα φιλιά κραύγαζαν πως ήταν ζωντανή, ερωτευμένη, δοσμένη σ΄ εκείνον, τον μελαχρινό Άδωνη που είχε καταφέρει να της φορέσει τον “χαλκά” στο δεξί χέρι και να την πείσει πως θα ζούσαν έναν ονειρικό έρωτα για πάντα. Μόνο που το όνειρο τελείωσε σύντομα, όταν μια καστανομάλλα σειρήνα κατάφερε να τον πάρει μακριά, να τον αιχμαλωτίσει για πάντα στην αγκαλιά της…

Όταν οι συζητήσεις σταμάτησαν, όταν μπήκαν οι υπογραφές και οι σφραγίδες, όλοι ευχαριστημένοι αποφάσισαν να γιορτάσουν την επιτυχία της εταιρίας με άφθονο αφρώδες κρασί και διαλεχτά εδέσματα, σ΄ ένα από τα πιο διάσημα μαγαζιά της Ρώμης, μόνο που τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ακουγόταν ευχάριστο. Μια απρόσμενη αδιαθεσία, ένα χιλιοειπωμένο ψέμα για μια διαφυγή, για μια τελευταία απόδραση στο σκοτάδι…

Από την πρώτη στιγμή που αντίκρυσε το σιντριβάνι της Φοντάνα ντι Τρέβι, το μόνο που ήθελε ήταν να βγάλει τα ψηλοτάκουνα και να βυθίσει τα βήματά της στο νερό, να βαφτιστεί στις υποσχέσεις του αιώνιου έρωτα. Σ’ εκείνο το πρώτο ταξίδι μαζί του δεν τόλμησε να το κάνει, τώρα όμως τίποτα και κανείς δεν θα την σταματούσε… Στάθηκε για μια στιγμή στην άκρη και πριν βυθίσει τα πόδια της στο νερό, διακριτικά γύρισε και κοίταξε γύρω της. Ερημιά, ένα νεαρό ξεχασμένο ζευγάρι που πάλευε να ξεσπάσει τη λαχτάρα του κορμιού σε μια γωνιά και ένας περαστικός που μονολογούσε στα Ιταλικά,  μια ξεχασμένη φιγούρα από την ίδια τη ζωή, που είχε απομείνει να συνομιλεί με τα φαντάσματα της πλατείας.

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο και εκείνη αυτό ήθελε να κάνει. Λαχταρούσε ένα ταξίδι στο παρελθόν, μια επιστροφή σ’ εκείνα τα φιλιά, που ήταν σαν να ρουφούσαν από μέσα της την ίδια την ζωή, την ίδια ώρα που την ανάγκαζαν να νιώθει μια απίστευτη ζωντάνια σε κάθε κύτταρο του κορμιού της και όχι μόνο… Στάθηκε όρθια κλείνοντας τα μάτια, ενώ το νερό άρχισε να τη χαϊδεύει. Όχι, δεν ήταν μόνο τα φιλιά, ήταν και τα χάδια που όργωναν λαίμαργα το κορμί, ήταν και οι ψίθυροι που ακουμπούσε συνεχώς στον λαιμό και στον κόρφο της, οι γλυκές εντολές που της έδινε, που κατεύθυνε τα χέρια της, που τ’ ανάγκαζε να κάνουν πράγματα που δεν είχε φανταστεί καν. Ήταν οι ματιές, εκείνες οι φωτιές που είχαν βαλθεί να βασανίσουν το κορμί, να το θυσιάσουν στον θεό της ηδονής, της παράδοσης, της λύτρωσης….

Για μια στιγμή αισθάνθηκε να μουδιάζει και φοβισμένη άνοιξε τα μάτια, για να διαπιστώσει έντρομη πως μόλις είχε αγγίξει την ίδια την κόλαση. Σοκαρισμένη βγήκε από το σιντριβάνι και σχεδόν σαν κυνηγημένη μπήκε σ’ ένα ταξί και επέστρεψε στο ξενοδοχείο. Δεν τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα της ούτε καν στον νυσταγμένο ρεσεψιονίστ, είχε την αίσθηση πως όποιος την αντίκρυζε εκείνη την ώρα θα καταλάβαινε… Μπήκε στο ασανσέρ κρατώντας πάντα σφιχτά πάνω της τα ψηλοτάκουνα πέδιλα που είχε τολμήσει ν’ αγοράσει την πρώτη μέρα που βγήκε στην πόλη. “Ομολογώ πως ποτέ δεν περίμενα να σε δω να φοράς τέτοια πέδιλα!”,  γύρισε ν’ αντικρύσει τον άγνωστο εισβολέα που η φωνή του της θύμιζε τόσα πολλά. Ήταν παράνοια, όνειρο, μαγεία… εκείνη η φιγούρα που στοίχειωνε τα όνειρά της τρία ολόκληρα χρόνια τώρα! Όχι, ήταν δημιούργημα της φαντασίας της! Ήθελε ν’ απλώσει το χέρι ν’ αγγίξει εκείνα τα χείλη που στα πιο απαγορευμένα όνειρα τα φιλούσε λαίμαργα, το στέρνο που πάνω του είχε ακουμπήσει χιλιάδες αναστεναγμούς ηδονής και παράδοσης, που φανταζόταν πως ακόμη ήταν γεμάτο από τις χαρακιές που συνήθιζε να του χαρίζει, ήθελε…

Ξαφνικά τα χείλη της απόκτησαν γεύση από βαρύ, σέρτικο τσιγάρο και ένα ανεπαίσθητο ίχνος στιφού μούστου. Ζαλισμένη προσπάθησε να κρατηθεί από κάπου, όταν ξαφνικά η ισορροπία χάθηκε εντελώς! Μετά από λίγο, δυο χέρια άρχισαν να εισχωρούν μέσα από το καταφύγιο των ρούχων, ενώ δυο χείλη λεηλατούσαν ασταμάτητα τα δικά της. Η γεύση του τσιγάρου, αντικαταστάθηκε με τη γεύση του αίματος… Για μια στιγμή τρόμαξε και έκανε να ξεφύγει, όταν το βλέμμα της συναντήθηκε με το δικό του. Ναι, θα ήταν ένα μικρό ταξίδι στο παρελθόν, με τις γεύσεις που είχαν στιγματίσει και τους δυο. Ένα γεύμα έρωτα στο σήμερα με τις λιχουδιές του χθες…

Δεν ήταν παράδοση, ήταν ικεσία στον ίδιο τον έρωτα. Δεν ήταν πρόστυχο, ήταν η ανάγκη να νιώσει κάθε κύτταρο της ύπαρξής σου πως ανήκεις κάπου, πως αυτά τα χείλη, αυτά τα ακροδάχτυλα έχουν τη δύναμη να σε κρατήσουν ζωντανό, έχουν την ικανότητα να σε ταΐσουν μ’ αυτήν την τρέλα που όλοι αποκαλούν ηδονή… Καμία ντροπή, καμία συστολή, καμία ενοχή. Ένας χορός που είχε χορέψει ξανά μαζί του και είχε λαχταρίσει όσο τίποτα. Για πρώτη φορά δεν την ένοιαζε τίποτα, δεν λογάριαζε τίποτα, δεν σκεφτόταν τίποτα. Δυο πεινασμένα κορμιά που ήθελαν ν’ αφήσουν το αποτύπωμά τους το ένα στο άλλο. Δυο ζευγάρια χείλη που διψούσαν να χορτάσουν ακόμη και με αίμα…

Ήταν σαν να γνώριζε ξανά το κορμί της, ενώ δεν χόρταινε το δικό του και οι μυρωδιές του έρωτα να ζαλίζουν και να την βυθίζουν σε μια θάλασσα λαχτάρας ανικανοποίητης, που πάλευε να βγει στην επιφάνεια, που λαχταρούσε ν’ αφρίσει…

Όταν η αυγή τόλμησε να εμφανιστεί μπροστά τους, τα χείλη ανάσαιναν μελανιασμένα, ενώ τα κορμιά μετρούσαν τα “μετάλλια” που είχαν αποκτήσει από τον ολονύχτιο έρωτα. Δυο φιγούρες αγκαλιασμένες σφιχτά στο όνειρο που τους ήθελε εραστές, καλημέρισαν την νέα μέρα που τους ήθελε ξένους για πάντα, χορτασμένους για λίγο από μια ανάσα ηδονής του χθες…

Το κορίτσι του Αιρετικού

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.