[Γράφει η Μαρία Σταυρίδου]

Είχα πολύ καιρό να κοιμηθώ βαθιά, να παραδοθώ επιτέλους στον “μικρό θάνατο”, όπως συνηθίζω να ονομάζω τα τελευταία χρόνια τον ύπνο, εξαιτίας της αβάσταχτης αϋπνίας μου. Από τη στιγμή που “έφυγες”, είναι πολύ δύσκολο να πείσω τον Μορφέα να μ’ ελεήσει, να μου προσφέρει απλόχερα ένα κάποιο είδος παρηγοριάς. Οι γιατροί πολεμάνε αναμεταξύ τους να βρουν την πιο δυνατή πλαστική παραίσθηση που θα με βοηθήσει να φύγω, να ταξιδέψω επιτέλους στο όνειρο, για να ξεκουραστώ για λίγο, για μια νυχτιά… Εγώ τους κοιτάζω και γελάω, γνωρίζοντας καλά πως ακόμη δεν έχει εφευρεθεί  παραίσθηση που μπορεί να με κάνει να ξεχάσω, να ξεφύγω. Και όμως χθες αποκοιμήθηκα αγκαλιά με το πουκάμισό σου πάνω στον αγαπημένο σου καναπέ…

Ακόμη προσπαθώ να το εξηγήσω, δεν πήρα κανένα χάπι, δεν άδειασα κανένα μπουκάλι αλκοόλ, δεν έκλαψα, δεν ξέσπασα, απλώς ξεφύλλισα για λίγο ένα παλιό άλμπουμ φωτογραφιών, γλυκές αναμνήσεις δυο νέων ανθρώπων που λαχταρούσαν να ζήσουν, να δοκιμάσουν τα πάντα, να γευτούν το “γλυκό” και το “πικρό” της ίδιας της ζωής. Έτσι αποκοιμήθηκα, με μια γλυκόπικρη γεύση στα χείλη και με μια κρυφή ευχή να μπορούσες έστω για μια ακόμη φορά να με φιλήσεις, ν΄ αγγίξεις τα λατρεμένα χείλη σου πάνω στα δικά μου, ν΄ ακουμπήσεις την ανάσα σου πάνω στη δική μου και να πάρεις μακριά τη θλίψη, που μου κατάτρωγε σα σαράκι τη ψυχή.

Ξαφνικά είδα τον εαυτό μου όπως τότε, νέα και όμορφη, ευτυχισμένη και χαρούμενη, να τρέχω σ΄ ένα χαλί από λουλούδια και εσύ να με κυνηγάς κρατώντας μια κάτασπρη ορχιδέα, σαν εκείνη που μου φόρεσες νύφη στα μαλλιά. Ήμασταν ξανά μαζί και ο κόσμος όλος φάνταζε τόσο απίστευτα όμορφος, τόσο απίστευτα ταιριαστός… Δεν άκουγα τη φωνή σου και όμως ήξερα κάθε στιγμή τι ήθελες να μου πεις, τι ήθελες να κάνεις. Το ένιωθα όταν ήθελες να με φιλήσεις και σου πρόσφερα τα χείλη μου με λαχτάρα, το έβλεπα όταν ήθελες να μ’ αγκαλιάσεις και κουλουριαζόμουν μέσα στα χέρια σου. Σ’ εκείνο το άγνωστο και ταυτόχρονα τόσο οικείο περιβάλλον, αισθανόμουν ξανά ευτυχισμένη, ήρεμη. Κάποια στιγμή καθίσαμε κάτω από μια βελανιδιά και από το πουθενά ο ορίζοντάς μας έγινε θάλασσα, ένα απέραντο γαλάζιο, έτοιμο να πνίξει κάθε καημό και στεναχώρια.

Για μια στιγμή σ’ αισθάνθηκα ανήσυχο και αμέσως έσφιξα τα χέρια μου γύρω από το κορμί σου. Άπλωσες το χέρι και με ανάγκασες ν’ ανασηκώσω το βλέμμα μου. Δεν ήθελα, ήξερα πως αν το έκανα θα έβλεπα το πικρό “αντίο” στο βλέμμα σου. Επέμενες και μονομιάς τα υπέροχα μάτια σου γέμισαν δάκρυα. Ένας ακόμη αβάσταχτος αποχαιρετισμός… Η θάλασσα σκοτείνιασε, ο ουρανός γέμισε μαύρα σύννεφα και εγώ πια έκλαιγα μ’ αναφιλητά. “Μικρή μου αγάπη, μην το κάνεις αυτό, είμαι καλά και θέλω να είσαι και εσύ. Ξεχνάς τι μου υποσχέθηκες; Πως πάντα θα είσαι καλά! Ακόμη και όταν εγώ δεν θα είμαι κοντά σου, ακόμη και όταν δεν θα μπορώ να σε κοιμίζω στην αγκαλιά μου, ακόμη και όταν θα πρέπει να συνεχίσεις μόνη…”. Συνέχισα να κλαίω απαρηγόρητη, δεν ήθελα να είμαι μόνη, δεν άντεχα να συνεχίσω μόνη! “Είμαι καλά και σε περιμένω. Θ’ αργήσεις, μα ξέρω πως και πάλι θα ‘ρθεις κοντά μου. Θα είμαστε μαζί και αυτή τη φορά θα είναι για πάντα…”.

Δεν ήθελα ν’ ανοίξω τα μάτια μου, δεν ήθελα να χάσω εκείνη την απίστευτη αίσθηση πως ήμουν κλεισμένη μέσα στην αγκαλιά σου, πως σε είχα ξανά κοντά μου. Αναγκαστικά κάποια στιγμή οι γνώριμοι θόρυβοι της ημέρας με υποχρέωσαν ν’ ανοίξω τα μάτια, για να διαπιστώσω πως κοιμόμουν αγκαλιά με το πουκάμισό σου πάνω στον καναπέ. Το πουκάμισο είχε μουσκέψει από τα δάκρυά μου, ενώ η καρδιά μου ακόμη χτυπούσε έντονα. Ήταν τόσο απίστευτα, για να μην πω άδικα ζωντανή. Ναι, ήμουν ζωντανή, ενώ εσύ όχι. Ήμουν στο σπίτι μας και ήμουν αναγκασμένη να συνεχίσω μόνη, έρημη και κατά την επιθυμία σου δυνατή…

Όχι, δεν είμαι δυνατή, αποφάσισα να γίνω όμως για χάρη σου. Θα τη ζήσω αυτήν τη ζωή και ας τη ζήσω και μόνη. Θα σου το κάνω το χατίρι, θα δω τι θα μου φέρει, θα διαπιστώσω ποιες άλλες χαρές ή πίκρες είναι χρεωμένες σε μένα χωρίς εσένα. Η δύναμή μου θα γίνεις εσύ, αυτά τα λόγια του αποχωρισμού μας, πως είσαι καλά και με περιμένεις. Έτσι θα γίνει αγάπη μου, τώρα που ξέρω πως με περιμένεις θα συνεχίσω, θα κάνω δύναμη τον πόνο και την ερημιά μου και θα ζήσω αυτήν τη ζωή έτσι όπως της πρέπει. Και ας την ζήσω χωρίς εσένα ζωή μου…

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.