[Γράφει η Μαρία Σταυρίδου]

Άλλαξες… όσο και αν δεν ήθελα να το παραδεχθώ, άλλαξες… Ο ευγενικός και υπομονετικός άνδρας που καθόταν με τις ώρες κοντά στα παιδιά για να τα βοηθήσει με τα μαθήματά τους, πια δεν άντεχε ούτε μισή ώρα μαζί τους. Ο ερωτικός και ρομαντικός σύντροφος που δημιουργούσε ευκαιρίες για λίγες πολύτιμες ερωτικές στιγμές, για κλεφτά φιλιά πίσω από τις πόρτες, για ζεστά αγκαλιάσματα κάτω από το κουβερλί, έγινε ένας ψυχρός και αδιάφορος άνδρας, που προτιμούσε να κλείνεται με τις ώρες στο γραφείο του για να δουλέψει. Μόνο που η δουλειά αυτή γινόταν όλο και πιο απαιτητική, με συναντήσεις μέχρι αργά το βράδυ, με υπέρμετρα νεύρα και αδικαιολόγητα ξεσπάσματα, μ΄ ένα ειρωνικό βλέμμα που μου έκοβε τα γόνατα.

Όταν τα παιδιά έφυγαν για τις καλοκαιρινές τους διακοπές στους παππούδες, προσπάθησα να σου μιλήσω, να σε πλησιάσω και να επιχειρήσω να καταλάβω τι είχε αλλάξει,  γιατί είχε αλλάξει, γιατί εσύ είχες αλλάξει τόσο. Δεν θέλησες να μου μιλήσεις, δεν θέλησες να μ΄ εμπιστευτείς. Ήξερα πως η κατάσταση στο Πανεπιστήμιο είχε δυσκολέψει πολύ, είχες χάσει κάποια πολύ σημαντικά κονδύλια, είχες χάσει και έναν πολύτιμο βοηθό, παρόλα αυτά παρέμενες πάντα ο αγαπημένος των παιδιών και του Πρύτανη. Προσπάθησα να σε κάνω να μ΄ ακούσεις, μάλιστα σου έδωσα και κάποιες συμβουλές, που κάποτε θα εκτιμούσες ιδιαίτερα εξαιτίας της εμπειρίας μου στη δικηγορική εταιρία. Τίποτα, ήταν σα να μιλούσα σε τοίχο, έναν βουβό αμέτοχο τοίχο.

Άφησα κάποιες μέρες να περάσουν μέσα σε μια αβάσταχτη σιωπή, σε μια βουβή καθημερινότητα που σαν να πρόσθεσε ακόμη περισσότερα χιλιόμετρα ανάμεσά μας. Αδιαφόρησες, μα εγώ συνέχισα να σε τσιγκλάω, άρχισα να οργανώνω μακρινούς περιπάτους στα μέρη που αγαπούσες, να μαγειρεύω συνταγές που λάτρεψες, ν΄ αγοράζω σπάνια κρασιά που δεν μπορούσες ν΄ αντισταθείς… Μόνο που μετά από λίγο οι βόλτες έγιναν μοναχικές, οι συνταγές έμεναν στη κουζίνα σχεδόν χωρίς να τις δοκιμάσεις και τα κρασιά… α, ναι, αυτά τα τιμούσες ανελλιπώς, μα όχι μαζί μου, ή μόνος σου στο γραφείο ή μαζί με κάποιον συνάδελφο στο Πανεπιστήμιο.

Άκαρπες προσπάθειες να επικοινωνήσω μαζί σου, άκαρπες ελπίδες που τις έθαψες όλες με το πιο παγωμένο βλέμμα της ζωής σου. Κάποια στιγμή μπήκες στο δωμάτιο ενώ άλλαζα για να φορέσω το νεγκλιζέ μου, οι ματιές μας συναντήθηκαν και τότε… Θεέ μου τότε κατάλαβα πως είχαμε τελειώσει! Αν έβλεπες μια άγνωστη ή μάλλον μια γυναίκα που σου είχε κάνει κακό και την είχες σιχαθεί το βλέμμα σου, θα ήταν πιο τρυφερό για χάρη της. Ψιθύρισες ένα βιαστικό “Θα κοιμηθώ στον ξενώνα…” και σχεδόν σαν κυνηγημένος, δραπέτευσες. Έμεινα να κοιτάζω το μισόγυμνο είδωλό μου στον καθρέφτη σαν χαμένη. Εκείνο το βράδυ έβγαλα από μέσα μου όλο το παράπονο, την πικρία και το άφθονο κρασί που κατανάλωσα μόνη σε μια γωνιά του κρεβατιού. Έμεινα ξάγρυπνη μέχρι το ξημέρωμα της νέας μέρας. Όταν σηκώθηκα να ετοιμάσω τον πρωινό καφέ, σε άκουσα να γελάς βλέποντας κάτι στον υπολογιστή. Τότε συνειδητοποίησα πως είχα μήνες ν΄ ακούσω το γέλιο σου. Άλλη μια μαχαιριά, άλλη μια βαθιά μαχαιριά που είχε αρχίσει να πονάει πολύ! Δεν περνούσες καλά μαζί μας πια και ήταν ανυπόφορο να το βλέπω κάθε μέρα όλο και περισσότερο, να βλέπω να μαραζώνεις, να χάνεις τη διάθεσή σου για ζωή εξαιτίας μας. Τα παιδιά και εγώ ήμασταν το εμπόδιο, το ένιωθα, το καταλάβαινα και ήμουν η μόνη που μπορούσα να πάρω μια απόφαση. Και την πήρα. Τα έβαλα κάτω και πήρα την καλύτερη, τουλάχιστον για τα παιδιά.

Δεν θέλησα να σου μιλήσω, ήξερα πως απλώς θα σε κούραζα και αυτό ήταν το τελευταίο που ήθελα. Σου έγραψα ένα λιτό γράμμα για να ξεκαθαρίσω μια και καλή την κατάσταση που θα επικρατούσε πια αναμεταξύ μας από τη στιγμή που τα παιδιά θα επέστρεφαν στο σπίτι. Εγώ και τα παιδιά θα μέναμε πίσω και εσύ μπορούσες να πάρεις τα πράγματά σου και να φύγεις, ν΄ ανακαλύψεις νέους ορίζοντες, ν΄ απολαύσεις όλα αυτά που λαχταρούσες και εμείς γινόμασταν εμπόδιο. Ποτέ δε μου άρεσαν οι άβολες καταστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, γέμισα μια βαλίτσα και έβγαλα το πρώτο εισιτήριο που μου κίνησε το ενδιαφέρον. Είχες στη διάθεση σου έναν ολόκληρο μήνα να μετακομίσεις χωρίς περιττές κουβέντες, χωρίς κουραστικές συζητήσεις, χωρίς κλάματα, υστερίες, παράπονα και όλα αυτά που ήξερα καλά πως σε “βάραιναν”. Δυο μέρες μετά έφυγα, αφού πρώτα άφησα το γράμμα στο γραφείο σου. Ήξερα καλά πως δεν θα επιχειρούσες να επικοινωνήσεις μαζί μου και κάπου παρακαλούσα το Θεό να μην το κάνεις. Ήξερα πως και να το έκανες θα ήταν μια ψεύτικη αντίδραση. Εκείνο το βλέμμα, το άδειο από έρωτα, το φορτισμένο από αδιαφορία, για να μην πω καλύτερα ενόχληση, όταν μ΄ αντίκρυσες ημίγυμνη, ξεκαθάριζε τα πάντα, για πάντα…

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.