[Γράφει η Μαρία Σταυρίδου]

Δεν ήταν έρωτας, ήταν επιλογή των οικογενειών, μια γνωριμία που έτυχε να έχει κοινούς φίλους, συνεργάτες και συμφέροντα. Ήμουν απελπισμένη, έκλεινα τα 26 με δυο αποτυχημένες προσπάθειες να ξεφύγω από τη δικτατορία του πατέρα μου στο βιογραφικό μου, που με οδήγησαν “κλειδωμένη” σ΄ ένα χρυσό καβούκι, μέσα από το οποίο φοβόμουν να δραπετεύσω. Δέχθηκα να σε γνωρίσω απλώς γιατί δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Κατάφερα να διατηρήσω θαμμένους τους φόβους μου και ν΄ αποδεχθώ την επιθυμία του πατέρα μου να σε γνωρίσω στην ετήσια δεξίωση για τα γενέθλιά του. Υποτίθεται πως εγώ ήμουν η οικοδέσποινα, από τη στιγμή που η μητέρα μου είχε τρία χρόνια, που είχε “φύγει”, χτυπημένη από τον Δαίμονα. Έτσι μόλις εμφανίστηκες μαζί με την οικογένειά σου, έγιναν οι “χαλαρές” συστάσεις, μ΄ έναν απίστευτα θερμό ενθουσιασμό, που μου ανακάτεψε το στομάχι. Το θέατρο του παραλόγου σε όλο του το μεγαλείο!

Όταν κάθισα στο τραπέζι μας, αμέσως αισθάνθηκα το βλέμμα σου καρφωμένο πάνω μου και αυτό μ΄ ενόχλησε ακόμη περισσότερο. Και όμως εκείνο το βλέμμα μου μιλούσε κρυφά, μου έλεγε πως ήσουν στην ίδια θέση με μένα, μου ψιθύρισε με προσοχή πως αισθανόσουν το ίδιο πιεσμένος με μένα, ίσως και περισσότερο… Όλο το βράδυ μείναμε ο ένας απέναντι από τον άλλον, να γελάμε κρυφά με τα υπονοούμενα και τις μπηχτές των υπολοίπων, μέχρι που άξαφνα μας παροτρύνανε να χορέψουμε. Σε είδα να με πλησιάζεις και με μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή κίνηση να με πιάνεις από το χέρι και να με οδηγείς στην κατάμεστη πίστα. Ακόμη δεν ξέρω πού βρήκα το κουράγιο να ξεστομίσω με περισσό θράσος πως δεν ήθελα να χορέψουμε. Για μια στιγμή με κοίταξες και μετά με κράτησες αποφασιστικά από το χέρι με κατεύθυνση τους υπέροχους κήπους του ξενοδοχείου.

Εκεί τελικά έγινε η γνωριμία μας, εκεί αρχίσαμε να μιλάμε για τους καταπιεστικούς πατεράδες μας, για την ξαφνική εμμονή τους να μας παντρέψουν. Κάποια στιγμή μεταξύ αστείου και σοβαρού, μου είπες πως με βρήκες πολύ καλύτερη από αυτό που περίμενες, ενώ εγώ έμεινα να σε κοιτάζω μάλλον σοκαρισμένη από την ειλικρίνεια που έκρυβαν εκείνα τ΄ αυθόρμητα λόγια. Χωρίς ντροπή κοντοστάθηκα σε μια γωνιά και έβγαλα τα ψηλοτάκουνα και εσύ τη γραβάτα. Θα πρέπει να φαινόμασταν πολύ ανόητοι ως ενεργοί παίχτες εκείνης της παράστασης. Τελικά από το πουθενά βρεθήκαμε να μιλάμε για τη δουλειά σου, ένας αποτυχημένος γλύπτης, έτσι μου συστήθηκες, που κατάντησες να φτιάχνεις διαφημιστικά δώρα για τους πελάτες του πατέρα σου. Ομολογώ πως εντυπωσιάστηκα, πάντα με γοήτευαν οι καλλιτέχνες, γιατί έχω την αίσθηση πως είναι άνθρωποι ξεχωριστοί και ευλογημένοι. Όταν επιστρέψαμε στο τραπέζι, η διάθεση ανάμεσά μας ήταν τελείως διαφορετική. Πια μιλούσαμε στον ενικό και δεν δίναμε καμία απολύτως σημασία στα βλέμματα γύρω μας που είχαν πάρει φωτιά.

Πριν τελειώσει η βραδιά, μου υποσχέθηκες μια ξενάγηση στο ατελιέ σου και με καληνύχτισες μ΄ ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο. Ήταν πολύ δύσκολο να κρύψω το πόσο είχα γοητευτεί, παρόλα αυτά ήμουν απόλυτα σίγουρη πως δεν εννοούσες τίποτα απ’ όλα εκείνα τα γλυκά σχόλια που συνέχισες να μου χαρίζεις. Μάντευα πως ήταν και αυτά μέρος του ρόλου σου. Ήταν απρόσμενο να διαπιστώσω πως έκανα λάθος… Εμφανίστηκες δυο μέρες μετά, ντυμένος στα μαύρα και μ΄ ένα ζεστό χαμόγελο στα χείλη, που κυριολεκτικά με αφόπλισε. Ετοιμάστηκα μέσα σε δυο λεπτά και σε ακολούθησα ενθουσιασμένη. Δεν θα σχολιάσω την αντίδραση του πατέρα μου, που για μια στιγμή πίστεψα πως ήταν ικανός να μας δώσει την ευχή του πριν φύγουμε.

Με συνόδεψες σ΄ έναν υπέροχο χώρο, στην γκαλερί σου, που ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Πρώτα με ξενάγησες στα εκθέματα ζωγραφικής και μετά κάπως διστακτικά μπήκαμε στο καταφύγιό σου, όπως είπες χαρακτηριστικά. Ήσουν πράγματι ευλογημένος και αυτό μπορούσε να το διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε με την πρώτη ματιά στα έργα σου. Άρχισες να μου εξηγείς τα έργα, την έννοιά τους, τον τρόπο δημιουργίας τους και εγώ ρουφούσα τα λόγια σου σαν ανάσα, εκείνη την απαραίτητη ανάσα που σου δίνει τη δύναμη να συνεχίζεις. Έμεινα μαγεμένη και δεν δίστασα να σου το πω. Αυτή τη φορά, το φιλί σου ήταν ακόμη πιο τολμηρό, κάνοντάς με να τα χάσω. “Δεν το περίμενα, μα μ΄ αρέσεις πολύ… ανησυχητικά πολύ!”…

Περάσαμε τη μέρα μαζί, πήγαμε βόλτα στη θάλασσα, ήπιαμε τσιπουράκι, φάγαμε ό,τι πιο διαλεχτό είχε το μικρό ταβερνάκι στην αμμουδιά και μετά επιστρέψαμε στη γκαλερί, γιατί είχες ένα πολύ σημαντικό ραντεβού μ΄ έναν νέο καλλιτέχνη που ήθελε να εκθέσει τα έργα του. Πάντα διακριτικά, παρακολουθούσα τις αντιδράσεις, τα λόγια, τις ματιές σου, που έκρυβαν μια οικειότητα που κάποιες στιγμές με τρόμαζε και κάποιες άλλες γέμιζε εικόνες τα μάτια μου, εικόνες μιας ζωής που δεν είχα τολμήσει ποτέ να ονειρευτώ, εικόνες μιας σχέσης που δεν είχα ποτέ ξανά στο παρελθόν, εικόνες…

Από εκείνη τη μέρα, δεν έφυγες από την καθημερινότητά μου, ήσουν πάντα εκεί για να με παρασέρνεις σε μια μεγάλη βόλτα σε μέρη άγνωστα, για να μου γνωρίζεις επώνυμους καλλιτέχνες και φημισμένα έργα, για να μου κάνεις μαθήματα σχεδίου και πηλού, για να με συντροφεύεις και να ομορφαίνεις μια άχαρη και μοναχική ζωή. Κατάφερες το ακατόρθωτο, να με πείσεις πως μαζί σου η ζωή θα ήταν μια βόλτα στο πάρκο! Ακόμη δεν ξέρω πώς μ΄ έπεισες, γιατί σε πίστεψα, γιατί αφέθηκα τόσο εύκολα να με παρασύρεις σ΄ ένα ταξίδι ζωής. Σήμερα, δυο χρόνια μετά από εκείνη την “αυθόρμητη” γνωριμία μας, δουλεύουμε μαζί στην γκαλερί σου, ανακαλύπτουμε με χαρά νέους καλλιτέχνες, που θέλουν απλώς μια ευκαιρία και εμείς τους την δίνουμε με μεγάλη χαρά. Πριν δυο μήνες, μου χάρισες ένα υπέροχο δαχτυλίδι, φτιαγμένο μόνο για μένα, από σένα! “Ακόμη δεν έχω καταλάβει πώς κατάφερα να σε πείσω μικρή…”. Σε κοίταξα με αγάπη, “Ούτε εγώ το κατάλαβα, πίστεψέ με!”…

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.