[Γράφει η Ειρήνη Μουμούρη]

Μπορεί να έχεις θελήσει σαν τη καλοκαιρινή γη ανοιγμένη από την δίψα, έναν άνθρωπο για βροχή σου; Μήνας φθινοπώρου, με απρόβλεπτες μέρες και στιγμές ακριβώς, όπως κάθε ζωή. Δύο άγνωστοι σε μια τυπική συνάντηση για δουλειά. Μιλήσατε με τις ώρες πέρα από το τυπικό. Εκεί μπλέξανε οι τροχιές σας. Η συνέχεια ήρθε δύο μέρες μετά. Σας βρήκα με τους καφέδες στο χέρι και τα χαρτιά σας να μουσκεύονται στο τραπεζάκι. Το αυτοκίνητο ήταν η κοντινή λύση. Η βρεγμένη αγκαλιά που προέκυψε αμέσως, όχι λύση, αλλά ανάγκη ήταν. Ανάσα έγινε αυτή η αγκαλιά, που θόλωνε όχι μόνο τα τζάμια του αυτοκινήτου, αλλά και την λογική. Συμφωνήσατε να ξαναβρεθείτε, χωρίς να υπολογίσετε χιλιόμετρα και δουλειές. Πάλι έβρεχε, πάλι μπροστά μου σας είχα. Το κρύο σε εκείνο το μικρό δωμάτιο γινόταν η αφορμή για αγκαλιά. Αφορμή μόνο, η αιτία δεν ήταν η παγωνιά. Η φωτιά ήταν, που ξέσπασε ανάμεσα στα κορμιά σας.

Κορμιά που μπλέκανε μαζί με τα “θέλω” τους σε μια αναμέτρηση. Δεν υπήρχε όριο ανάμεσά τους, μόνο η απαίτηση να ορίσουν ο ένας τον άλλον, υποτάσσοντας ηδονικά και απόλυτα. Αυτή ήταν η ερωτική συμφωνία, που τηρήθηκε πάνω στο πρώτο κρεβάτι που έγινε. Σε κάθε κρεβάτι που ακολούθησε, η λαγνεία πρόσταζε τη σάρκα να σμίγει, να ξεθαρρεύει συνέχεια. Το κορμί σου, είχες καταλάβει ότι ταίριαζε ακριβώς στα μεγάλα του χέρια, που το διέλυαν και το σχεδίαζαν ξανά και ξανά. Άγγιγμα και δόσιμο με τον έρωτα να χαίρεται και την λογική να κρυφογελάει. Ακόμα και η λογική ήταν συνένοχη μπροστά στα φιλιά που κλέβατε ξεγελώντας όλους τους υπόλοιπους. Κρυφά φιλιά από χείλια κλέφτες, χείλια μεγάλα και σαρκώδη, που δεν μπορούσαν να περιμένουν. Το πρώτο σας φιλί την δική μου γεύση είχε, τη γεύση της βροχής!

Κάποιον άνθρωπο τον αγαπάς πολύ, επειδή σου είναι τόσο γνώριμος όσο το νερό που πέφτει πάνω στο κορμί σου παίζοντας. Παίζεις κι εσύ με το γέλιο του, κυλάς με απόλαυση σαν νερό πάνω του. Παίρνει το σχήμα του κορμιού σου καθώς μπαίνει μέσα σου. Ας είναι ο ταπεινός άνθρωπος φτιαγμένος από χώμα, όταν η αγάπη γίνεται βροχή δεν την φοβάται, την ζητάει για να ξαναπλαστεί σε νέο καλούπι. Σμίξιμο που σε ξαναγεννά, ζεις. Μπροστά στο παράθυρο με την βροχή για θέα μπλέκανε οι γυμνές αγκαλιές σας, αχόρταγες και ανθρώπινες. Αχόρταγες σαν τον έρωτα που είναι άπληστος. Ανθρώπινες σαν την αγάπη που είναι μάνα.

Εσύ τον αγάπησες σίγουρα σαν γυναίκα, απόλυτα, φουρτουνιασμένα. Τον αγαπούσες χρόνια πριν, χωρίς να τον ξέρεις, από κορίτσι. Πώς γίνεται να τον αγάπησες και σαν μάνα; Γίνεται! Αγαπήθηκε με όλα του τα ελαττώματα, δεν ήθελες να τον αλλάξεις, μόνο να τον ζήσεις. Παραμέρισες τον εαυτό σου, σε ενδιέφερε λιγότερο από εκείνον. Να φάει ζεστό ψωμί, να γελάει, να δίνεις συνέχεια. Κινήσεις μάνας έκανες χαρούμενη. Η ψυχή σου αυτή τη φορά είχε συμφωνήσει να μείνει καρφωμένη πάνω σε αυτό το κορμί. Μαζί του πήγαινε και πιο πέρα, αυτή ήταν η πληρωμή και χαρά της. Πληρώθηκες για όσο πήγε η ιστορία μαζί του. Πληγώθηκες μόλις τελείωσε.

Δικό μου το φταίξιμο. Όπου πέφτει η βροχή καθαρίζει τα πάντα. Άγγιξα τα μάτια και το μυαλό σου και τότε είδες καθαρά. Πόνεσες. Τώρα που μόνη σου με κοιτάς κατάματα πίσω από το τζάμι, εγώ η βροχή, θα σου μιλήσω. Εσύ, είσαι μια από τις δικές μου ιστορίες, σε έζησα. Λίγοι αντέχουν να χορεύουν μέσα στον θυμό της καταιγίδας μου. Αποφασισμένους τους λέω αυτούς, που κάνουν την μπόρα μου βαλσάκι. Ένα βαλς στη βροχή είναι η αγάπη. Μην φοβάσαι μήπως βραχείς. Να φοβάσαι μήπως στεγνώσεις μέσα σου. Θα ξαναπέσω πάνω σου με ορμή, αυτούς που σέβονται την αγάπη, αυτούς σέβομαι. Γίνομαι νερό για τη δίψα τους. Όσοι αγαπάνε πολύ, είναι φωτιές που δεν σβήνουν οι σταγόνες μου…

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.