[Γράφει η Άννα Ζανιδάκη]

Έφυγες, για μένα ξαφνικά, για σένα μετά από αρκετών χρόνων ταλαιπωρία. Να ‘ξερες τι δεν θα ‘δινα να γύρναγα το χρόνο, τα χρόνια μας πίσω και να ζήσουμε επιτέλους εκείνο το όμορφο συναίσθημα που κι οι δυο τρέμαμε όχι μόνο στο άκουσμά του, αλλά και στο αντίκρυσμά του. Μακάρι να μπορούσαμε να γυρνούσαμε σε εκείνα τα χρόνια τα όμορφα, τα εφηβικά, που νιώσαμε τις καρδούλες μας να σπάνε, σε ένα και μόλις πρωταντίκρυσμά μας. Με την πρώτη ματιά κάτι ένιωσα ξαφνικά, μα το κρατούσα μυστικό όσο γινόταν, όσο μπορούσα, ώσπου ήρθε η τρίτη γυμνασίου, καθοριστική και για τους δυο μας. Συνέχιζαν οι καρδιές μας να σπάνε και να φλυαρούν μέσα απ’ τις σιωπές τους, μέσα απ’ τα αψυχολόγητα φλερτ, σχέσεις δικές σου, δική μου μία, πλατωνικότατη, αφού το μυαλό μου ήταν απ’ την πρώτη στιγμή κολλημένο πάνω σου, σ’ όλο σου το είναι…

Έφυγες, χάθηκες, μα δεν μ’ άφησες παραπονεμένη, καθώς συναντηθήκαμε ίσως λιγοστές φορές, μα μίλησαν οι ματιές μας και ξαναταξίδεψαν τα βλέμματά μας, αγγίξαμε τις καρδιές, τις ψυχές και τα μυαλά μας, όπως ξέραμε να κάνουμε μ’ επιτυχία τόσα χρόνια μέσα απ’ τις σιωπές μας. Εγκλωβίσαμε, κλείσαμε για τα καλά το τι νιώσαμε και το τι ποθούσαμε να ζήσουμε, αλλά φοβηθήκαμε. Κι όμως περάσαν τόσα χρόνια και εκείνες τις σκηνές που ζήσαμε στο πάρκο της Δράμας, είναι σαν να τις ζω ακόμα και τώρα.

Δες τι παιχνίδι μας έπαιξε η μοίρα κι ήρθες κι εργάστηκες σ’ αυτό που λάτρευες από μικρό παιδί, στο Ωδείο, μα εκεί που ήρθα κι έμενα χρόνια πριν εγώ. Λες κι η μοίρα ήθελε να μας ανταμείψει έστω και αργά για όσα χάσαμε κι επιδεικτικά αφήσαμε τη ζωή να μας πάρει την ευτυχία μας, μέσα απ’ τα χέρια μας. Λες κι η τύχη μας ήθελε να μας κλείσει το μάτι και να μας σπρώξει για τις τελευταίες μας κουβέντες. Τίποτα δεν είχε αλλάξει πάνω σου, ο βιρτουόζος της ψυχής μου, των εφηβικών μου χρόνων, έστεκε να παίρνει καφέ και να συχνάζει πού… εκεί που σύχναζα κι εγώ με τις φίλες μου πριν τη χορωδία μας! Δεν άντεξα, ρώτησα και ναι, ήσουν εσύ! Άσε που μόνο τα μαλλιά σου είχαν γκριζάρει καλέ μου Κωστή, Κωστή της εφηβείας και εκείνης της αγάπης που υμνήσαμε εις το έπακρο τον αρχαίο Πλάτωνα.

Έφυγες, μα πίσω σου άφησες τα τελευταία μας λόγια, εκείνη την χειραψία λες κι ήταν μια υπόσχεση για την επόμενη αρχή που ελπίζαμε μάλλον να βάζαμε σε πλάνο της ζωής. Βλέμματα γεμάτα υποσχέσεις και τις καθάριες μας αντιλήψεις πως είχε έρθει και για μας… ποιος ξέρει; Μα το δικό σου κομμάτι θα ‘ναι πάντα εδώ, μαζί μου, στα όνειρά μου που έρχεσαι και τα λέμε όπως μόνο εμείς ξέρουμε. Προβληματιζόμουν γιατί ενώ ζούσες σ’ έβλεπα στα όνειρά μου, μα το μυστήριο λύθηκε όταν σε συνάντησα αναπάντεχα και ξαφνικά. Ακόμα και πριν από χρόνια που ‘χα μείνει μόνη, δεν σκέφτηκα να πλησιάσω εσένα, να αγγίξω για μια ακόμη φορά τις χορδές της καρδούλας σου, αφού έμαθα για τα προβλήματα υγείας σου και πάντα μ’ ενημέρωναν.

Οι μεγάλοι έρωτες λέει κοιμούνται χώρια. Καλή ανάπαυση να ‘χει η ψυχούλα σου γλυκέ μου Κωστή, που πάντα οι τελευταίες μας στιγμές θα ‘ναι μνημόσυνο στην όμορφή σου ψυχούλα και στην αγέρωχη καρδούλα σου. Κωστή μου καλέ, φύλακα άγγελε όλων των συμμαθητών μας, δυστυχώς επάνω ταξιδέψατε πολλά παιδιά απ’ το σχολείο μας. Καλή αντάμωση παντοτινέ μου, πλατωνικέ έρωτα…

ΥΓ. Ήταν τέτοιο το σοκ και η λύπη με το μισεμό σου, που ο μικρός μου με ρώτησε “Μαμά μου, αν χάσουμε τον μπαμπά χτύπα ξύλο, θα κλάψεις τόσο πολύ;”, αφού με τίποτα δεν μπορούσα ή ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να το αποδεχτώ. Η απάντησή μου, “Αγοράκι μου καλό, ο Κωστής ήταν, είναι και θα ‘ναι τα πάντα, αλλά τώρα πια σε μια άλλη σφαίρα… Κάτι δυνατό που δεν θα χαθεί ποτέ, γιατί ήταν αληθινό, με σεβασμό και λατρεία που φοβηθήκαμε να το αγγίξουμε και το ‘χουμε πια φυλαχτό μέσα μας…”.

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.