[Γράφει η Μαρία Σταυρίδου]

Δεν ξέρω καν πώς κατάφερα να φτάσω στο σπίτι… Κοίταξα πίσω μου τα λασπωμένα βήματα, τα ίχνη που αποφάσισαν να μ΄ ακολουθήσουν, που τόλμησαν ν΄ αγγίξουν το χώμα που σε σκέπασε, τα πέταλα από τα λουλούδια που σε συνόδεψαν στο τελευταίο σου ταξίδι. Κρατάω ένα κλειδί στα χέρια. Όχι, δεν μπορεί ν΄ ανοίξει την τελευταία κατοικία της καρδιάς μου, ανοίγει απλώς αυτό το σκοτεινό και μουντό καταφύγιο που μου απόμεινε, που κάθε γωνιά του κρύβει και ένα μυστικό από την κοινή μας ζωή. Το κρατάω σφιχτά χωρίς καν να ξέρω τι να το κάνω, για κάποιον άγνωστο λόγο θεωρώ πως μου είναι πια άχρηστο. Τι να το κάνω το καταφύγιο, όταν όλα γύρω μου έχουν σβήσει; Όπως η ανάσα, εκείνη που μ΄ αποχαιρέτησε στο νοσοκομείο, που μου στέρησε το τελευταίο φιλί, που μ΄ εκδικήθηκε επειδή ακόμη σ΄ αγαπάω τόσο…

Συνεχίζω να κρατάω το κλειδί μέσα στα παγωμένα μου χέρια. Είναι τα ίδια που πριν από λίγες ώρες σ΄ έντυσαν για τελευταία φορά, σε χτένισαν, σου φόρεσαν μια καμέλια στο πέτο. Είναι αυτά που τρέμοντας σε χάιδεψαν για τελευταία φορά, που πάλεψαν ν΄ αφήσουν το αποτύπωμα και τη μυρωδιά τους πάνω σου. Μπορείς άραγε να χαρίσεις τη μυρωδιά σου στον θάνατο; Μπορείς να του χαρίσεις τους χυμούς της ύπαρξης σου; Μπορείς να τον κάνεις να σε ποθήσει τόσο, που η τρέλα να τον φέρει κοντά σου; Πολύ κοντά σου, μόλις μια ανάσα από την ανάσα σου;

Η έντονη βροχή μ΄ αναγκάζει να χρησιμοποιήσω το άχρηστο κλειδί και να μπω τελικά μέσα σ΄ αυτό το σιωπηλό καταφύγιο, που κάποιοι αποφάσισαν να το βυθίσουν στο σκοτάδι. Παντού άχρηστα και αδιάφορα αντικείμενα που λαχταράω να πετάξω από το παράθυρο. Πώς μαζεύτηκαν άραγε τόσα πολλά άχρηστα αντικείμενα της ζήσης σ΄ αυτό το καταφύγιο;

Είμαι προστατευμένη και όμως η βροχή δεν λέει να σταματήσει στα μάτια μου, έχει βαλθεί να ποτίσει τα ρούχα, την ανάσα, την ψυχή μου. Βρέχει. Βρέχει δυνατά, βρέχει με μια απίστευτη ορμή που μου κόβεται η ανάσα. Ακούω κάποιον να μουγκρίζει σαν αγρίμι. Είναι αγρίμι, είναι ό,τι απόμεινε από μια ζωή και από μια ψυχή. Μουγκρίζει και ταυτόχρονα σκίζει αυτό το πανωφόρι που έχει ποτίσει από τη λάσπη. Όπου και να γυρίσω το βλέμμα πάνω μου, το μόνο που βλέπω είναι λάσπη, μια σιχαμερή, αηδιαστική λάσπη. Η απόδειξη πως τόλμησαν να σε θάψουν εκεί, στην αγκαλιά της Γαίας μάνας. Εκεί που δεν θα μπορώ πια να σε μυρίζω, να σ΄ αγγίζω, να χαϊδεύω τα μαλλιά σου και να κλείνομαι με λαχτάρα μέσα στην αγκαλιά σου.

Παλεύω να τη διώξω από πάνω μου, να την εξολοθρεύσω, να την τιμωρήσω που τόλμησε να σε λερώσει, να σ΄ αγγίξει, να σκεπάσει την κορμοστασιά σου, να παγώσει τα δυο σου χέρια τα λατρεμένα, να μελανιάσει τα δυο σου χείλη, τους δυο λαχταριστούς πόθους μου. Ανοίγω το ντους και στέκομαι ζαλισμένη από κάτω. Θέλω να γίνω ο πιο σκληρός τιμωρός αυτής της λάσπης, να με θυμάται και να φοβάται. Φόβος. Ναι, θέλω να με φοβούνται οι άγγελοι που τόλμησαν να σε κλέψουν για πάντα από την αγκαλιά μου, οι δαίμονες που τόλμησαν να σου χαρίσουν τον πόνο μακριά από τα φιλιά μου και τέλος θέλω να με φοβάται αυτή η καταραμένη, η θλιβερή λάσπη που είναι ό,τι μίσησα περισσότερο στη ζωή μου!

Σαράντα μέρες τώρα παλεύω να την εξαφανίσω, μα κάθε φορά που έρχομαι να σε “συναντήσω” αγάπη μου, εκείνη συνεχίζει να μ΄ ακολουθεί, να κολλά σαν ρετσίνι πάνω μου και να επιστρέφει μαζί μου στο καταφύγιο. Δε ξέρω τι άλλο να κάνω! Έχω κάνει συμφωνία με το νερό. Υπογράψαμε και συμφωνία καταστροφής της, εκείνη όμως ακόμη παλεύει, ακόμη σκορπά την ασχήμια της πάνω μου, γύρω μου, μέσα μου. Κάθομαι αποκαμωμένη σε μια γωνιά και προσπαθώ να ζεστάνω αυτό το κορμί που υποτίθεται πως μου ανήκει. Αναρωτιέμαι αν θα το ξανανιώσω κάποια στιγμή ζωντανό, έτοιμο να δεχθεί τη ζωή, να την αφήσει να κυλήσει ξανά μέσα του, να αισθανθεί κάτι μικρό…. οτιδήποτε…

Ακόμη και όταν κλείνω τα μάτια, τη βλέπω μπροστά μου!  Θεέ μου, έρχονται στιγμές που θέλω να πέσω με τα γόνατα πάνω στο μνήμα και το σκάψω, να το σπάσω και ν΄ αρχίσω να “βιάζω” αυτήν την καταραμένη λάσπη που μας κρατάει χώρια, που κάθε μέρα κλέβει ένα κομμάτι από σένα, ένα κομμάτι που έχει πάρει από μένα! Τρελαίνομαι! Κάθε φορά που φεύγω από σένα, καταλήγω κάτω από το ντους με τα ρούχα. Αυτή η διαολεμένη λάσπη που δε μ΄ αφήνει να ησυχάσω, ν΄ αποδεχθώ πως δεν μπορώ να ΄ρθω κοντά σου, πως ήταν θέλημα Εκείνου να σε πάρει κοντά του…

Λένε πως πέθανες εσύ και αναρωτιέμαι πώς γίνεται να μη ζω πια εγώ. Όλα έχουν χάσει το νόημά τους, όλα έχουν μεταμορφωθεί σε θολά είδωλα ενός ανόητου και ψεύτικου κόσμου, που ούτε μ΄ αρέσει πια, ούτε θέλω να υπάρχω μέσα σ΄ αυτόν. Πώς να ζήσω χωρίς εσένα όταν εσύ είσαι η ίδια η ζωή, ο κόσμος που μέσα του υπήρχα και ανάσαινα; Πώς να τιμήσω τη ζωή όταν εσύ πια αγκάλιασες το θάνατο;

Μου λείπεις όπως μου λείπει ο παγωμένος αγέρας μέσα στον καύσωνα, όπως μου λείπει η ζεστή σοκολάτα τις χιονισμένες μέρες του Νοέμβρη, όπως μου λείπει η ανάσα όταν πνίγομαι, όπως μου λείπει η πίστη όταν ξεστομίζουν “Ήταν θέλημα Θεού!”. Σ΄ αυτόν τον ίδιο Θεό λοιπόν θέλω να φωνάξω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου πως μου λείπεις!

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.