[Γράφει η Γεωργία Ευστρατίου]

Πίστευες ότι είχες βάλει τελεία. Μόνο που δεν ήταν τελεία, ήταν απλώς παύση – άνω τελεία. Είχες πει ότι η πόρτα έκλεισε τη στιγμή του τέλους. Ήθελες να πιστεύεις ότι όλα ανήκαν στο θλιβερό παρελθόν, το οποίο μπορούσες επιτέλους να κρύψεις βαθιά στην ντουλάπα σου. Και ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο και το παρελθόν ξεπετάγεται για άλλη μια φορά μπροστά σου. Και η όμορφα στρωμένη ζωή σου, τραμπαλίζεται ξανά. Δεν ξέρεις πώς να αισθανθείς, δεν ξέρεις αν μπορείς να αισθανθείς καν. Το μυαλό και η καρδιά σου έχουν μουδιάσει, σαν να συμφωνούν για πρώτη φορά. Η ζωή βρήκε και πάλι τον τρόπο να σε εκπλήξει.

Οι ανοιχτοί λογαριασμοί κάποια στιγμή πρέπει να κλείνουν και μάλλον σου το χρώσταγε αυτό η ζωή. Τόσες προσπάθειες, τόσοι αγώνες που δεν απέδωσαν – τουλάχιστον όχι όταν ήθελες. Και εκεί που παραιτείσαι, ένας από μηχανής θεός κάνει το θαύμα. “Είμαι εγώ και είμαι εδώ. Άργησα, αλλά ήρθα!” σου λέει. “Μη με κρίνεις και μη με κατακρίνεις!” κι εσύ προσπαθείς να μαζέψεις τα σαγόνια σου που έχουν πέσει στο πάτωμα. Ακούς με υπομονή και ψυχραιμία που δεν ήξερες ότι είχες. Και όσο ακούς, το μούδιασμα υποχωρεί και αρχίζεις να νιώθεις δικαίωση, ανακούφιση, αλλά και πόνο. Γιατί να μην είχαν εξελιχθεί αλλιώς τα πράγματα; Γιατί να μην είχε την ευκαιρία να εξιλεωθεί και να ακουστεί; Εσύ ήξερες την αλήθεια βαθιά μέσα σου, ο άλλος όμως όχι. Και τώρα δεν θα την μάθει ποτέ, γιατί δεν είναι πια εδώ. Έχει πετάξει για άλλα μέρη. Ή μήπως την ξέρει;

Οι ψυχές λένε, δεν αφήνουν αυτή τη γη μέχρι να κλείσουν όλες τους τις εκκρεμότητες. Οι συγκυρίες και οι συμπτώσεις είναι πολλές για να είναι απλώς αυτό. Δυο συγγενικές ψυχές συναντήθηκαν μετά από χρόνια αποχωρισμού και αποφάσισαν να δώσουν ένα τέλος για να αναπαυθούν, αλλά και για να δουν άλλους να ηρεμούν και να δικαιώνονται. Γιατί οι αδικημένοι να είναι αυτοί που πρέπει να ζουν με τους δαίμονες, όσο οι θύτες συνεχίζουν ανενόχλητοι να κάνουν αυτό που ξέρουν τόσο καλά; Γιατί ο θύτης ακόμη και τώρα να ζει χωρίς καμία συνέπεια από τις πράξεις του, όσο το θύμα του κρυβόταν και έγλειφε πληγές που δεν επουλώθηκαν ποτέ;

Θα μπορούσε να είναι μια ταινία με άδοξο τέλος, θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα, θα μπορούσε να είναι ακόμη και τηλενουβέλα. Δυστυχώς όμως, είναι η σκληρή, ωμή πραγματικότητα. Το μόνο παρήγορο είναι ότι το σύμπαν συνωμότησε έστω και αργά, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη και να μπει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Ο θύτης θα πάρει ακριβώς αυτό που του αξίζει, εν αγνοία του και θα το ανακαλύψει μόνο κατόπιν εορτής, όσο το θύμα θα δικαιώνεται και οι σχέσεις που τόσο καιρό στερήθηκε θα αποκαθίστανται.

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.