[Γράφει η Μαρία Σταυρίδου]

Είναι τουλάχιστον σοκαριστικό να βλέπεις τον άνδρα που αγαπάς, να λυγίζει στα δυο του πόδια και να παρακαλάει για συγχώρεση… Όταν αποφάσισα να κάνω το απαγορευμένο βήμα μαζί σου, ήξερα πως η συνείδησή μου θα βάραινε. Από τη στιγμή που ήσουν παντρεμένος μ΄ ένα παιδί, ήξερα πως ήδη περπατούσα σε τεντωμένο σχοινί και μάλιστα σ΄ ένα δανεικό σχοινί. Ήξερα για πρώτη φορά στη ζωή μου πως ήμουν τόσο ερωτευμένη, κυριολεκτικά τρελαμένη μ΄ έναν άνδρα που δεν θα έπρεπε να σηκώσω το βλέμμα μου πάνω του. Όταν με πλησίασες, ήμουν απόλυτα βέβαιη πως δεν υπήρχε περίπτωση οι δυο μας να περπατήσουμε στο ίδιο μονοπάτι. Σε θαύμαζα χρόνια για την εξυπνάδα και τη καλλιέργειά σου, είχα διαβάσει όλα σου τα βιβλία, όλα τ΄ άρθρα στα περιοδικά, όλα τα ανέκδοτα κείμενα που έπεφταν στα χέρια μου “τυχαία” και ονειρευόμουν τη στιγμή που θα σε συναντούσα, που θα σ΄ άκουγα να μου μιλάς για τις απίστευτες ιστορίες αγάπης που έγραφες…

Όνειρα… όνειρα που τυχαία κάποια στιγμή πραγματοποιήθηκαν με τον πιο απροσδόκητο τρόπο. Μια τυχαία συνάντηση στην ετήσια γιορτή ποίησης, καλεσμένος έκπληξη  εσύ. Ήταν αδύνατο να πάρω το βλέμμα μου από πάνω σου! Όλα είχαν μια αφύσικη γοητεία εκείνο το βράδυ, το ντύσιμο, το χτένισμά σου, ο τρόπος που φορούσες το μεταξωτό μαντήλι στον λαιμό, η μυρωδιά σου που θύμιζε αναμμένο τζάκι και γλυκάνισο, όλα…

Και ξαφνικά οι ματιές συναντήθηκαν, τα γόνατα αδύναμα λύγισαν, η καρδιά άρχισε να χτυπάει πιο έντονα και πριν καταλάβω τι συμβαίνει, εσύ να στέκεσαι μια ανάσα μακριά μου και να με ρωτάς αν έχω διαβάσει το τελευταίο σου βιβλίο. Μια συζήτηση που η νέα αυγή ζήλεψε και ήρθε πιο νωρίς για να μας εμποδίσει να τη συνεχίσουμε, παρότι και οι δυο δεν θέλαμε να σταματήσουμε. Ιπποτικά με συνόδεψες στο σπίτι, ψιθυρίζοντας μια καλημέρα που δεν θα ξεχάσω ποτέ όσο ζω. Αυτό ήταν… το όνειρό μου μόλις είχε πραγματικότητα. Τι άλλο να θελήσω από τη ζωή! Απολύτως τίποτα!

Μ΄ αυτό το αίσθημα της ψεύτικης πληρότητας μπήκα στο γραφείο το επόμενο πρωινό, για να διαπιστώσω έκπληκτη πως με περίμενε ένα καλάθι κατακόκκινα τριαντάφυλλα για να μου ψιθυρίσει τη δεύτερη καλύτερη καλημέρα της ημέρας. “Θα σε περιμένω απόψε στις 7, για μια βόλτα στη θάλασσα…”. Εκείνη τη βόλτα την είχα ονειρευτεί χιλιάδες φορές, είχα καταφέρει στην αγκαλιά του Μορφέα να κλέψω ακόμη και τη μυρωδιά της θαλασσινής αύρας, το γλυκό χάδι του δροσερού αγέρα, που κουβαλούσε όλα τα μυστικά του Ποσειδώνα, όλα τα κρυφά μυστικά των Σειρήνων. Εκείνη τη βόλτα δεν έπρεπε ποτέ να την κάνω μαζί σου. Παρότι δεν το πίστευα, ήξερα πως αν δεχόμουν, η καταδίκη μου ήταν προδιαγεγραμμένη. Δυστυχώς η ίδια η ζωή θα μου αποδείκνυε πως το ένστικτό μου λειτουργούσε σωστά…

Εννιά μήνες φυλακισμένη μέσα σε μια ονειρική κατάσταση που κυριολεκτικά με είχε μεταμορφώσει, δεν περνούσε από το μυαλό μου πως κάποια στιγμή μοιραία θα βρισκόμουν αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα, που σε ήθελε έναν τυπικό οικογενειάρχη και μάλιστα έναν οικογενειάρχη που δεν ήταν καθόλου διατεθειμένος να χαλάσει τη ψεύτικη εικόνα μιας ονειρικής οικογενειακής γαλήνης, που οι θαυμαστές είχαν τόσο ανάγκη να παρακολουθούν μέσα από μέσα δικτύωσης. Όταν άνοιξα την πόρτα εκείνο το μεσημέρι και σας είδα μέσα στο γραφείο, μου κόπηκαν τα γόνατα. Σχεδόν σε θέση ικεσίας να την παρακαλάς, για κάτι… ίσως για τη συγχώρεση που τόσο είχαν ανάγκη οι τύψεις σου, ίσως… δεν έμαθα ποτέ. Το να σε βλέπω να λυγίζεις στα πόδια της και να προσπαθείς να την πείσεις πως ήταν ένα μοιραίο, ανόητο λάθος, ήταν το αποφασιστικό “χέρι”, που επιτέλους μ΄ απάλλαξε από τις παρωπίδες μου.

Δεν ξέρω πού βρήκα το κουράγιο, τη δύναμη αν θες, να σταθώ μπροστά της και με μια σιγουριά που καθήλωσε ακόμη και μένα την ίδια, να της μιλήσω και να της ξεκαθαρίσω πως το λάθος ήταν απόλυτα δικό μου, πως παρασυρμένη από τον θαυμασμό μου έκανα το λάθος να επιχειρήσω ν΄ αγγίξω το όνειρο. Είπα πολλά… πολλά και νόστιμα, που έχω την αίσθηση πως σας διασκέδασαν και τους δυο. Τα περισσότερα ήταν αλήθεια, παρέλειψα φυσικά τους δικούς σου όρκους αιώνιας αγάπης, τις δακρύβρεχτες δηλώσεις έρωτα και πίστης και απολογήθηκα για την ανοησία και την αφέλειά μου.

Το βλέμμα απελπισίας το δικό σου και το βλέμμα ειρωνείας το δικό της, δεν θα τα ξεχάσω ποτέ όσο ζω. Ήταν ίσως το πιο σοβαρό και διδακτικό μάθημα ζωής που πήρα στα 26 μου χρόνια. Χωρίς να χάσω ούτε ένα δευτερόλεπτο από τη ζωή μου, δήλωσα παραίτηση, πέταξα όλα όσα είχες την “καλοσύνη” να μου χαρίσεις και έφυγα. Δεν φοβήθηκα ούτε μια στιγμή. Από τη στιγμή που είχα καταφέρει να σταθώ μπροστά σας και ν΄ αναλάβω όλη τη ευθύνη, ήξερα πως μπορούσα πια να καταφέρω τα πάντα! Σ΄ ευχαριστώ ονειρικέ έρωτα, που μου ‘μαθες πόσο αληθινά δυνατή είμαι!

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.