[Γράφει η Μαρία Σκαμπαρδώνη]

Κλείνω τα μάτια μου, τα πιέζω μέχρι αυτά να πονέσουν. Τα κλείνω, δεν θέλω να παραμένουν ανοιχτά. Περνάω από την περιοχή που μένεις και δεν μπορούν αυτά να μείνουν ανοιχτά. Δεν θέλω ούτε να σε δω, αλλά ούτε και να μη σε δω. Κοιτάζω από το τζάμι του λεωφορείου τους ανθρώπους στο δρόμο, τα μεγάλα πάρκα, τα μαγαζιά. Τους ανθρώπους στις καφετέριες, τα παιδιά στο σχολείο, εκείνους που μπαίνουν να ανάψουν ένα κερί στην εκκλησία… Δεν θέλω να ρισκάρω μήτε να σε δω, μήτε να μη σε δω. Και να σε δω, τι θα σου πω; Και να μη σε δω, θα αναρωτιέμαι πού είσαι και η πληγή μου θα μεγαλώνει.

Δεν θέλω να σε δω, υποφέρω που δεν σε βλέπω. Πόση ειρωνεία, πόση εναντίωση στη λογική! Να θες και να μη θες παράλληλα, να μην ξέρεις τι είναι το καλύτερο. Κλείνω τα μάτια μου, ώστε να μην υποφέρω από τη σκέψη ότι ήταν ανοιχτά και δεν κατάφερα πάλι να σε δω. Για να μην λέω ότι προσπάθησα και πάλι δεν σε είδα. Για να μην πληγωθώ που σε είδα ξανά. Είναι δίλημμα, γκρεμός και πνιγμός μαζί. Δεν γνωρίζω τι να μην προτιμήσω ή να επιλέξω. Γι’ αυτό τα αποφεύγω και τα δύο.

Κλείνω τα μάτια μου, να μην μπορώ να πω τίποτα. Ούτε σε είδα, ούτε ότι δεν σε είδα. Έτσι δεν μπορώ να αισθανθώ κάτι συγκεκριμένο. Μερικές φορές προτιμώ ακόμα και το αβέβαιο από μία βεβαιότητα που δεν γνωρίζω πού θα με οδηγήσει ακριβώς. Κλείνω τα μάτια μου, διότι θέλω να πιστεύω πως είσαι κάπου εκεί και δεν σε είδα. Προτιμώ αυτό, από το να είναι ανοιχτά και να μην μπορώ να σε πετύχω πουθενά…

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.