[Γράφει η Μαρία Σταυρίδου]

Στάθηκα στην άκρη του δρόμου μαζί με τα παιδιά, γιατί θεώρησα πως έτσι έπρεπε να κάνω. Δεν θα ήταν εύκολο και το ξέραμε όλοι αυτό. Το να θέλεις να γνωρίσεις στα παιδιά σου τη νέα σου σύντροφο, που μάλιστα σκοπεύεις να κάνεις δεύτερη γυναίκα σου, δεν είναι ποτέ εύκολο. Επέλεξα να σε βοηθήσω, γιατί έτσι έκρινα πως βοηθούσα τα δυο μας παιδιά. Ειδικά για την μεγάλη φοβόμουν πολύ, πάντα σου είχε ιδιαίτερη αδυναμία και το να μπει μια νέα γυναίκα στη ζωή σου και να πάρει τα πρωτεία, δεν θα ήταν εύκολο να το αποδεχθεί. Ευτυχώς διαπίστωσα πως είχες καταφέρει να βρεις μια γυναίκα, ναι μεν του σήμερα, μα με αρχές και τρόπους. Ευγενική, μορφωμένη και με διάθεση να “χτίσει” σωστά μια σχέση με τα παιδιά και αναγκαστικά μαζί μου. Το ξέραμε όλοι πως κάποια στιγμή θα γινόταν και αυτό. Ήμασταν και οι δυο πολύ νέοι για ν΄ απομείνουμε μόνοι στη ζωή και ειδικά εσύ που είχες και τον χρόνο και την διάθεση να πας τη ζωή σου παρακάτω, ήταν βέβαιο πως θ΄ αποκτούσες μια νέα σύντροφο, που θα επηρέαζε τη σχέση σου με τα παιδιά.

Η “ωραία Ελένη” λοιπόν, όπως τη φώναζαν από την πρώτη κιόλας μέρα τα παιδιά, άρχισε να γίνεται κομμάτι της καθημερινότητάς μας και εγώ πάντα διαλλακτική να δικαιολογώ ακόμη και το θάρρος της που ουκ ολίγες φορές μεταμορφωνόταν σε θράσος. Μόνο που δυστυχώς ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, πριν καν επισημοποιήσετε τη σχέση σας, μας ανακοινώνεις πως η ωραία Ελένη είναι έγκυος και πως καλό θα ήταν είμαστε όλοι κάπως πιο προσεκτικοί, για να μη δημιουργήσουμε πρόβλημα στην εγκυμονούσα. Το θέατρο του παραλόγου και εγώ κομπάρσος μαζί και βοηθός ενός άμυαλου σκηνοθέτη, που έχει χάσει και τη λογική και απ’ ότι φάνηκε και την ηθική του. Ίντριγκες, συζητήσεις με υπονοούμενα, προσβολές και τιμωρίες στα παιδιά, που όσο και αν ήθελα να τις μεταφράσω καλοπροαίρετα άρχισαν να με θυμώνουν και με βγάζουν έξω από τα ρούχα μου. Προσπάθησα να σου μιλήσω, να σε προειδοποιήσω πως ειδικά τη μεγάλη μας κόρη θα την έχανες, εσύ όμως ενθουσιασμένος με τον ερχομό του τρίτου σου παιδιού, είχες μεταμορφωθεί σ΄ έναν ξένο. Σ΄ έναν άγνωστο άνδρα, που δεν είχε μάτια παρά μονάχα για το ταίρι του, δεν έδινες σημασία σε τίποτα άλλο…

Δεν μπορούσα να επέμβω, απλώς έσβηνα τις φωτιές που άναβες εσύ και η αγαπημένη σου, που πια δεν κρατούσε ούτε τους τύπους. Μονίμως θυμωμένη και εκνευρισμένη με τα… “κακομαθημένα”. Αυτή η λέξη είχε γίνει πια ο μόνιμος σχολιασμός της, μέχρι που δεν άντεξα και την έβαλα στη θέση της. Χωρίς περιστροφές και θα έλεγα μάλλον και με καμία ευγένεια στον τόνο της φωνής μου, της απαγόρευσα να χαρακτηρίσει ξανά τα παιδιά μας έτσι. Ως αποτέλεσμα κέρδισα τη σιωπή της και τη μόνιμη απουσία της. Υπήρχε μια καταπληκτική δικαιολογία, η εγκυμοσύνη της και αποφάσισε να την εκμεταλλευτεί στο έπακρο.

Σταματήσατε να παίρνετε τα παιδιά, να τα βλέπετε, να τα παίρνεις από τις ασχολίες τους, να τους τηλεφωνείς, να περνάς χρόνο μαζί τους… Απλώς σταματήσατε, σαν να σταμάτησαν να υπάρχουν. Μόνο που τα παιδιά μας ήταν πάντα εκεί, πάντα να περιμένουν πάνω από το τηλέφωνο να σ΄ ακούσουν να τους μιλάς, πάντα στο παράθυρο να δουν να έρχεσαι να τα δεις. Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία πια μέσα στο μυαλό και τη σκέψη μου, είχες χάσει κάθε μέτρο και αυτό δεν γινόταν απλώς ενοχλητικό, γινόταν αβάσταχτο. Έκανα αίτηση για να πάρω τη γονική επιμέλεια και δήλωσα ξεκάθαρα στους δικηγόρους πως η διάθεση των παιδιών ήταν να σταματήσουν να επικοινωνούν μαζί σου. Κανένας δικαστής δεν μπορούσε να τα υποχρεώσει να έρχονται σε σένα, από τη στιγμή μάλιστα που δεν έδειχνες κανένα απολύτως ενδιαφέρον να επικοινωνήσεις ξανά μαζί τους. Κέρδισα την αγωγή επιμέλειας γιατί απλούστατα δεν ενδιαφερόσουν, κέρδισα τη σιωπή γιατί πια είχες χάσει τον εαυτό σου, κέρδισα δυο πληγωμένα παιδιά, που τώρα πια όμως δε θ΄ άφηνα να ξαναπλησιάσεις.

Πριν κλείσει ο δεύτερος χρόνος απόλυτης σιωπής και απουσίας, αποφάσισες ξαφνικά να επικοινωνήσεις με τα παιδιά και να εκφράσεις την επιθυμία σου να τα δεις. Δεν ήθελαν να σε δουν, μα γι’ ακόμη μια φορά η μάνα μέσα μου άρχισε να ψιθυρίζει πως εξαιτίας των γιορτών θα έπρεπε να είμαστε πιο φιλεύσπλαχνοι. Έπεισα τα παιδιά να βγουν μαζί σου, για να σου πουν τα κάλαντα. Μια ώρα μετά, τα είδα και τα δυο μαραμένα να μπαίνουν στο σπίτι και εσένα να στέκεσαι στο κατώφλι σαν δαρμένο σκυλί. Ο άλλοτε περήφανος άνδρας, με το αγέρωχο βλέμμα, το περιποιημένο μαλλί και το απίστευτα μοντέρνο ντύσιμο, είχε μεταμορφωθεί σ΄ έναν κακομοίρη, που αν έβλεπα στο δρόμο, μάλλον δεν θ΄ αναγνώριζα.

Αμήχανος άρχισες να μου μιλάς για μια κακή μοίρα, για ατυχίες στη δουλειά, για οικονομική καταστροφή, για έναν χωρισμό, για ένα παιδί που έχει πάρα πολλές ανάγκες που αδυνατείς ν΄ ανταπεξέλθεις και μια διάθεση να επιστρέψεις… Κοκκάλωσα και θύμωσα πολύ, αυτή τη φορά με το θράσος σου. Για πρώτη φορά στη ζωή μου σε κοίταξα όπως κοιτάζει κανείς έναν ενοχλητικό παρείσακτο. “Και το θράσος θα έπρεπε να ‘χει κάποιο όριο! Μπορείς να βλέπεις τα παιδιά μονάχα αν το επιθυμούν εκείνα. Εμείς οι δυο όμως δεν έχουμε να πούμε απολύτως τίποτα! Τελειώσαμε!”.

Advertisements

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.