Saturday Night Stories – Για ένα αδειανό πουκάμισο, για μια Ελένη…

Advertisements

[Γράφει η Ελένη Ρέγγα]

Γκάζωσα μόλις βγήκα στην Εθνική από Λουτράκι. Ήταν δύσκολη ημέρα σήμερα και ο τύπος μου έβγαλε το λάδι μέχρι να δεχτεί! Μεγάλη εταιρεία, συνεργάζεται και με περιοδικά ξένου τύπου… Καλή δουλίτσα. Αρχικά βέβαια δεν θα φωτογραφίζω εγώ, αλλά θα αναλάβω όλη την μετέπειτα παρουσίαση μέχρι το τελικό έντυπο. Καλά έκανα και πρότεινα στην Λάουρα, θα βοηθήσει αρκετά. Ίσως να κάνω νύξη και σε σένα… Με σένα βέβαια διακινδυνεύω, όπως τότε… τότε που με έσυρες στα πλακάκια… τότε που τσακωθήκαμε, τότε που σου εξομολογήθηκα τον έρωτά μου και εσύ εμβρόντητη, χωρίς να μπορείς να αρθρώσεις λέξη, προσπάθησες να μου πεις ότι είμαι φίλος και μόνο, ότι δεν θα μπορούσαμε ποτέ να είμαστε ζευγάρι. Αχ ρε Ελένη…

Σκέφτομαι εκείνες τις στιγμές και πονάω… Είχες έρθει κλαμένη από τον άλλο. Αλλά φταις κι εσύ μικρή. Πάντα διάλεγες αυτούς που δεν μπορούσαν να σ’ αγαπήσουν. Τους λίγους… Όταν σε είδα να κλαις, δεν άντεξα, σ’ αγκάλιασα και μυρίζοντάς σε, ξύπνησε το αρσενικό μέσα μου. Ξύπνησε η αντρική φύση μου, ένιωσα παντοδύναμος και πως όφειλα να σε προστατέψω τόσο δυνατά όσο σ’ αγαπώ. Ήθελα να παλέψω με όλους όσους σε πλήγωσαν, να σου χαρίσω τον κόσμο ολόκληρο! Απαιτούσα από το δεύτερο “εγώ” μου, να σου κάνω έρωτα μέχρι την άλλη ημέρα το πρωί, απαιτούσα να με θέλεις χωρίς αύριο! Και εκεί, κάπου μεταξύ πραγματικότητας και ονειροπόλησης, αφέθηκα και σε φίλησα τον λαιμό. Εσύ ξαφνιάστηκες και τραβήχτηκες κάπως. Σ’ άρπαξα στην αγκαλιά μου και σε φίλησα στο στόμα. Όμορφα, γλυκά, όπως ακριβώς ένιωθα. Σάστισες και άφησες απαλά την αγκαλιά μου κοιτώντάς με στα μάτια. Πόσο όμορφη Θεέ μου! Τι όμορφα που μυρίζεις! Πόσο σε θέλω! Ας φιληθούμε ξανά, ευχήθηκα…

– Μάνο;
– Κοριτσάκι μου… Εσένα σκεφτόμουν μόλις τώρα!
– Πώς με σκεφτόσουν δηλαδή;
– Πάντα με πρόστυχο τρόπο! απάντησα με απόλυτη ειλικρίνεια αλλά χαμογελώντας, έτσι ώστε να μην ακουστεί η αλήθεια μου τόσο πραγματική.

Γελάσαμε με μια εφηβική ανεμελιά που έτσι και αλλιώς μας χαρακτηρίζει ακόμα και τώρα. Γελάσαμε σαν να μην έχουμε ποτέ τσακωθεί, γελάσαμε με όλα, να ξεχάσουμε εγώ την καψούρα μου και την απόρριψή σου και εσύ την μοναξιά σου. Την απεγνωσμένη προσπάθεια να υπάρχω στη ζωή σου πάντα, όχι σαν άντρας του κορμιού και του μυαλού σου, αλλά σαν κολλητός, αιώνια πιστός φίλος σου.

Κανείς… κανείς δεν μπορεί να σε αγαπήσει τόσο όσο σε αγαπώ! Ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια και τόσες γυναίκες, ακόμα σε θέλω… Ακόμα σκέφτομαι την βραδιά που κάναμε πρώτη φορά έρωτα. Με πλήγωσες όταν το πρωί έκλαιγες, αλλά υπαίτιος στη δική σου λογική ήμουν εγώ αυτή την φορά. Προδώσαμε την φιλία μας μου είπες, ιερό αγαθό στο δικό σου σύστημα αξιών! Σου εξήγησα, όσο μπορεί να εξηγηθεί, ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί σου πολύ καιρό πριν και ναι, μεγαλώσαμε μαζί, στην ίδια γειτονιά, είχαμε και κοινές παρέες μετέπειτα, αλλά σαν αδελφή μου δεν σε είδα ποτέ. Προσπάθησα να σου δώσω να καταλάβεις το μέγεθος του πάθους μου! Σου είπα τα πάντα, ότι σε χάζευα μυστικά την ώρα που μιλούσες, ότι σε έβλεπα στα όνειρά μου να γίνεσαι δική μου, ότι οραματίστηκα μια ζωή μαζί σου… Κάθε στιγμή… Με κοίταξες δαγκώνοντας το πάνω χείλος σου με δάκρυα στα μάτια. Ντύθηκες βιαστικά και έφυγες χωρίς να πεις τίποτα άλλο. Προσπάθησα να σε πάρω αγκαλιά να σε φιλήσω, αλλά δεν με άφησες. Έφυγες θλιμμένη κορίτσι μου. Με άφησες άδειο, με μια γεύση πίκρας να απορώ γιατί στην ευχή σε ερωτεύτηκα…

Είχα αφήσει την καρδιά μου στα χέρια σου εκείνη την στιγμή. Παρακαλούσα να μου πεις έναν λόγο να πιαστώ, ότι με αγαπάς έστω λίγο. Ζητούσα την απόλυτη αγάπη σου, αλλά θα ήμουν εντάξει ακόμα και με τα ψίχουλά σου. Και αυτά μου έδωσες. Ψίχουλα… Κι έμεινες πληγή που δεν έκλεισε ποτέ, απλά γλύκανε όσο περνούσε ο χρόνος να μου θυμίζει έναν έρωτα ανεκπλήρωτο, μια αγάπη μισή…

Η Νατάσσα, η γυναίκα μου, ήρθε μετά στην ζωή μου. Ήταν ένα ατυχές αντίγραφό σου. Ξανθιά, ψηλή, γαλανομάτα, Αγγλίδα από τον πατέρα της. Μιλάει σπαστά ελληνικά ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια στην Ελλάδα. Με κέρδισε από την πρώτη στιγμή γιατί ήταν γλυκιά, δεν μου χάλαγε χατίρι, έδειχνε να με αγαπά. Με κολάκεψε, με έπεισε και πείστηκα ότι θα ζήσουμε μαζί απόλυτα παλαβοί και ερωτευμένοι. Αφοσιωμένοι και πιστοί ο ένας στον άλλο! Αυταπατήθηκα… χάθηκα σε κορμιά άλλα, σε αγκαλιές διάφορες και δυστυχώς πλήγωσα όπως κάποτε είχα πληγωθεί. Από θύμα έγινα θύτης. Περίεργες που είναι οι σχέσεις τελικά! Εκεί που νιώθεις ότι η καρδιά σου θα σπάσει από το πλήθος των συναισθημάτων, εκεί που νιώθεις ζαλισμένος από την ηδονή της αυταρέσκειας και όλων των λοιπών πόθων, εκεί ξενερώνεις και κάνεις την στραβή σου, πικραίνοντας τους γύρω σου και όλους αυτούς που σε πίστεψαν.

Νατάσσα μου, με συγχωρείς, δεν σου άξιζα γλυκιά μου, ήμουν χαλασμένος από πριν. Κάπου στην στροφή των σαράντα χάθηκα και έχασα και εσένα, δίκαια. Λυπάμαι κορίτσι μου. Αξίζεις κάποιον καλύτερο από εμένα. Κάποιον που θα αγαπήσει το καθάριο βλέμμα σου και την αγγλική προφορά σου περισσότερο από εμένα! Με συγχωρείς για το λίγο μου. Βλέπεις… έδωσα τα πάντα σ’ ένα αδειανό πουκάμισο, σε μια Ελένη…

 

Ελένη Ρέγγα

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.