Οι ψυχές δεν χωράνε σε ιδρωμένα σεντόνια…

Advertisements

[Γράφει η Λένα Χρυσάφη]

Όπως εκείνη βρισκόταν καθισμένη γυμνή πάνω στο έπιπλο του καθρέφτη φορώντας ακόμη τις μαύρες, ψιλοτάκουνες γόβες της κι έμπηγε βαθιά τα νύχια της στην πλάτη του, εκείνος μπαινόβγαινε δυνατά και γρήγορα μέσα της. Με τα χείλη του αντάμωναν τα βογγητά που έβγαιναν απ’ τα μισάνοιχτα χείλη της. Δεν την φιλούσε, μόνο λεηλατούσε το κορμί της. Δεν την κοιτούσε, μόνο κατακτούσε τη σάρκα της. Στην κορύφωση της ηδονής, απομακρύνθηκε από κοντά της σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Εκείνη δεν μίλησε, μόνο έμεινε να τον κοιτάζει για λίγα δευτερόλεπτα, όπως κατευθυνόταν γυμνός προς το μπάνιο.

Όταν βγήκε υγρός ακόμη απ’ το κρύο ντουζ, την βρήκε γονατισμένη να τον περιμένει μπροστά στο κρεβάτι. Δεν αντάλλαξαν λέξη, κόλλησε το βλέμμα του στο λάγνο δικό της και την πλησίασε. Στάθηκε όρθιος μπροστά της και της χαμογέλασε αυτάρεσκα κοιτώντας το λαίμαργο βλέμμα της. Έβαλε τα χέρια του στο κεφάλι της και το κατεύθυνε πάνω του. Πέρασε τη γλώσσα της απαλά πάνω απ’ το δέρμα του και άκουσε την αναπνοή του να γίνεται πιο βαριά. Χαμογέλασε αισθησιακά και χωρίς να τραβήξει τα μάτια της απ’ τα δικά του, τον πήρε μέσα στα χείλη της. Με το βαθύ βογγητό του τέλους, σηκώθηκε, του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο λαιμό και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Λίγο μετά την ακολούθησε κι εκείνος. Δεν αντάλλαξαν λέξη, όσο άφηναν το νερό να ξεπλένει τα κορμιά τους απ’ το πάθος.

Έπεσε στο κρεβάτι γυμνός κι έκλεισε τα μάτια του. Εκείνη στεκόταν μπροστά του και σκουπιζόταν αργά και νωχελικά με την λευκή πετσέτα του ξενοδοχείου. Δεν είχε πάρει τα μάτια της από πάνω του, στο βλέμμα της κρυβόταν μια κρυφή ελπίδα, να επέλεγε να ξεκουράσει το βλέμμα του πάνω στο κορμί της. Άφησε την πετσέτα στην καρέκλα και ξάπλωσε δίπλα του. Ακούμπησε απαλά το κεφάλι της στο μπράτσο του και με το δάχτυλό της άρχισε να σχηματίζει κύκλους πάνω στο στέρνο του.

Όταν τα δάχτυλά της έπαψαν να χαϊδεύουν το δέρμα του, γύρισε το βλέμμα και την κοίταξε. Είχε αποκοιμηθεί. Με απαλές κινήσεις, την απαγκίστρωσε από πάνω του, σηκώθηκε, φόρεσε το τζιν του και πήγε στο παράθυρο. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάζει σαν μαγνητισμένος το ολόγιομο φεγγάρι που έμοιαζε να βρίσκεται τόσο κοντά, που ίσως αν άπλωνε το χέρι του, μπορούσε να τ’ αγγίξει. Γύρισε το βλέμμα του και την κοίταξε. Ήταν όμορφη! Ήταν πολύ όμορφη έτσι όπως βρισκόταν γυμνή, με τα μαύρα μακριά μαλλιά της ν’ απλώνονται στο μαξιλάρι. Το γυμνό κορμί της, σφιχτό, προκλητικό, χαμένο μέσα στα λευκά σεντόνια. Τα σαρκώδη χείλη της μισάνοιχτα, σαν σειρήνα που τον καλούσε ξανά στην αγκαλιά της. Για να τον καταστρέψει ίσως; Το είχε ξαναδεί το έργο και το φινάλε ήταν φριχτό…

Άπλωσε το χέρι του και πήρε απ’ την τσέπη του πουκαμίσου του που βρισκόταν πεταμένο στο πάτωμα, το πακέτο με τα τσιγάρα του και τον αναπτήρα. Άνοιξε ελαφρά το παράθυρο κι άναψε τσιγάρο. Φύσηξε με δύναμη τον καπνό κοιτώντας ακόμη το φεγγάρι που σαν να τον κοιτούσε κοροϊδευτικά. Με το αριστερό του χέρι έτριψε δυνατά το μέτωπό του κι αναστέναξε. Τι τον είχε κάνει πάλι να πιστέψει πως ακόμη μια όμορφη γυναίκα στο κρεβάτι του, θα τον έκανε να ξεχάσει, να λησμονήσει, να ηρεμήσει τις θύελλες της ψυχής του; Τι τον είχε κάνει να πιστέψει πως ένα ακόμη καυτό βράδυ, θα κατάφερνε να σβήσει τις φωτιές που κατέκαιγαν το “είναι” του από τότε που την είχε χάσει από κοντά του;

Κόντευαν τρία χρόνια… Τρία χρόνια απουσίας που του τρυπούσαν τα κόκκαλα σαν την πρωινή υγρασία του Οκτώβρη. Τρία χρόνια που η θέρμη του κορμιού της, δεν αποκοίμιζε το δικό του. Τρία χρόνια που τα φιλιά της δεν φώτιζαν τις μέρες του. Τρία χρόνια που η “καλημέρα” της, δεν χρωμάτιζε τον κόσμο του. Τρία χρόνια που εκείνη, η μία, η μόνη που είχε χαρίσει τον κόσμο του, που είχε αφήσει στα πόδια της παρελθόν, παρόν και μέλλον, που είχε ποντάρει τα πάντα του, σε μια στιγμή απλά του άφησε το χέρι. Τρία χρόνια κι ακόμη δεν μπορούσε να χωνέψει αυτό το άδειασμα. Τρία χρόνια κι ακόμη δεν μπορούσε να καταλάβει το γιατί.

Απ’ το πρώτο δευτερόλεπτο που η μορφή της χάιδεψε το βλέμμα του, φώτισε θαρρείς η ψυχή του. Έρωτας με την πρώτη ματιά ήταν κι ας μην πίστευε ποτέ πως γινόταν να ερωτευτείς έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζεις, που δεν έχετε ανταλλάξει ούτε λέξη. Έρωτας… κι ας μην πίστευε ποτέ πως υπήρχε στ’ αλήθεια τέτοιο συναίσθημα. “Έρωτες και μαλακίες! Κάβλα είναι. Κάβλα σκέτη, ωμή, σαρκική και μόνο. Φουντώνει κι όταν μετά από λίγο χορτάσεις αυτό το κορμί, πας παρακάτω!” έλεγε συχνά πυκνά στους φίλους του. Και το πίστευε. Κι έτσι ακριβώς λειτουργούσε μέχρι τότε, μέχρι τη στιγμή που την είδε μπροστά του. Γιατί η αλήθεια είναι πως μέχρι εκείνη τη στιγμή, ακόμη κι αν κόντευε τα 37, έρωτα δεν είχε νιώσει.

Μεγάλα λόγια και παραμύθια δεν πουλούσε ποτέ. Δεν έταζε, δεν υποσχόταν. Δεν γούσταρε να πουλάει φούμαρα για να πάρει αυτό που ήθελε κι αυτό που ήθελε ήταν να μοιραστεί λίγες στιγμές μ’ ένα κορμί, στο μυαλό του οι ψυχές δεν χωρούσαν πάνω σε ιδρωμένα σεντόνια. Μέχρι που εκείνη φάνηκε μπροστά της και στο “χαίρω πολύ” ένιωσε ένα πετάρισμα στο στομάχι. Και μετά τις πολύχρωμες πεταλούδες, σειρά είχαν τα αστεράκια που γέμισαν το μυαλό του. Κι ακριβώς μετά μια συστολή στα χείλη, που ποτέ δεν είχε νιώσει… Και μετά το πρώτο εκείνο “χαίρω πολύ”, ήρθε κι άλλη μια ακόμη συνάντηση σε κοινή παρέα και μετά κι άλλη μία, μέχρι που τα μάτια της στοίχειωσαν εντελώς το μυαλό και το κορμί του, μέχρι που το χαμόγελό της, φυλάκισε ασφυχτικά την καρδιά και την ψυχή του.

Στον ενάμιση χρόνο που έμειναν μαζί, ο Άρης βίωσε όσα δεν είχε βιώσει σ’ όλη τη ζωή του. Σαν να είχε μπει σ’ ένα τρενάκι λούνα παρκ με χαλασμένα φρένα. Την αγαπούσε, την ήθελε, την ποθούσε, την ζήλευε, του έλλειπε, την ζητούσε… Όλα στον υπερθετικό βαθμό! Η αναπνοή του εξαρτιόταν πια απ’ την δική της. Η πρόταση γάμου που της έκανε στέφτηκε με πλήρη αποτυχία. Αντί να τον φιλήσει, να τον αγκαλιάσει, να χαμογελάσει, να φορέσει το δαχτυλίδι που κρατούσε μπροστά της με χέρια που έτρεμαν, εκείνη απλά του είπε “Άρη όχι! Ήθελα να σου μιλήσω καιρό… δεν νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε πια μαζί…”. Καμία απάντηση στα “γιατί” του, καμία απόκριση στις απαιτήσεις του για εξηγήσεις. “Θέλω να φύγω!” αυτό του είπε μόνο κι ούτε θυμόταν πώς το μπόρεσε να σηκωθεί, να μπει στο αυτοκίνητο και χωρίς ν’ ανταλλάξουν άλλη λέξη, να την αφήσει μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της.

Ασταμάτητα μεθύσια με τους κολλητούς να τον επιστρέφουν στο σπίτι σχεδόν σηκωτό, ανεκδιήγητα νεύρα που τα ξεσπούσε με το παραμικρό σ’ όποιον βρισκόταν μπροστά του, το τσιγάρο που ξεκίνησε ξανά ενώ το είχε κόψει για χρόνια κι ένα άχρωμο πρόσωπο, ένα ανέκφραστο βλέμμα, ένα κενό απ’ την αγάπη του κορμί, όσα άφησε πίσω εκείνη με το φευγιό της. Τρία χρόνια τώρα και δεν είχε αναφέρει καν ξανά το όνομά της. Δεν μιλούσε, δεν ρωτούσε για εκείνη. Είχαν όμως φροντίσει να τον ενημερώσουν πως όσο ήταν μαζί του, τραβιόταν και μ’ έναν τύπο με φράγκα, που λίγους μήνες μετά παντρεύτηκε. Τρία χρόνια μετά και κρατούσε ήδη στα χέρια της το παιδί τους.

“Έρωτες και μαλακίες! Την κάβλα της έζησε. Σκέτη. Ωμή. Σαρκική και μόνο. Κι εγώ σαν μαλάκας…” σκέφτηκε και με μανία τσαλάκωσε το μισοάδειο πακέτο με τα τσιγάρα του και το πέταξε με μανία στο πάτωμα. Γύρισε και την κοίταξε. Είχε ανοίξει τα μάτια της και τον κοιτούσε νωχελικά. Του χαμογέλασε. Ξεκούμπωσε το τζιν του και προχώρησε προς το μέρος της…

Λένα Χρυσάφη

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.