Είναι και κάτι αναμνήσεις που όσος καιρός και αν περάσει δεν ξεθωριάζουν…

Advertisements

Ήρθε και η ώρα η ευλογημένη να παντρέψω την “αδελφή” μου, την κολλητή μου, τη γυναίκα που κατοικούσε σε μια γωνιά της καρδιάς μου μόνο και μόνο για να την ομορφαίνει. Χαρά μου η χαρά της, στόχος μου όλα να γίνουν έτσι ακριβώς όπως τα ονειρεύτηκε.

Αισίως φτάσαμε στο γλέντι του γάμου. Μπορούσα πια να χαλαρώσω, να βγάλω τα ψηλοτάκουνα και να αποτραβηχτώ σε μια γωνιά να πιω ένα ποτήρι κρασί στην υγεία των νεόνυμφων και ένα ποτήρι για σένα καρδιά μου, στη μνήμη σου, σ΄ εκείνο το ξημέρωμα που άρων άρων σήκωσες τον ιερέα του μικρού απομακρυσμένου νησιού για να ορκιστείς ενώπιον του και ενώπιου του Κυρίου πως θα είσαι δικός μου για πάντα. Μόνο που εκείνο το “Για πάντα”, το ζήλεψαν οι Διαόλοι και σε πήραν τόσο γρήγορα από κοντά μου…

Κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο βασανιστική υπήρξε η περίοδος προετοιμασίας αυτού του γάμου, όλοι θεωρούσαν πως η χαρά μου που θα πάντρευα την κολλητή μου θα ήταν τεράστια και θα διασκέδαζα στο έπακρο με όλες τις διαδικασίες. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ξυπνούσαν οι αναμνήσεις από τη δική μας ένωση… Ποιος θα μπορούσε να υποψιαστεί πως αυτές ακριβώς οι αναμνήσεις ήταν που έτρωγαν σαν σαράκι τη ψυχή μου, κάθε φορά που έμενε μόνη στο καταφύγιό μας… Ποιος θα μπορούσε να καταλάβει όταν κανείς δεν ήξερε πως εσύ και εγώ, λίγο πριν σε χάσω για πάντα είχαμε ενωθεί…

Δεν θέλησα να μοιραστώ το “δώρο” σου με κανέναν, ούτε καν με την “αδελφή” μου. Ήταν δικό μου και μόνο δικό μου, ήταν ό,τι πιο πολύτιμο και σημαντικό μου είχε δώσει η ζωή, μου είχες χαρίσει εσύ.

Περιμέναμε τις διακοπές σαν διψασμένοι, η αλήθεια ήταν πως είχαμε κουραστεί πολύ το χειμώνα που πέρασε και είχαμε ανάγκη να ξεφύγουμε, ν΄ αφήσουμε τα πάντα πίσω μας και να δραπετεύσουμε. Μόνο που όταν ξεκινήσαμε, δεν μπορούσα να φανταστώ τι ακριβώς είχες οργανώσει για να γιορτάσουμε την ονομαστική μου γιορτή. Σ΄ ένα από τα πιο μικρά νησιά του Αιγαίου, αυτά που συνήθως τ΄ αποκαλούμε νησιά άγονης γραμμής, ένα δωμάτιο δίπλα στο κύμα, παραδίπλα μια μικρή ταβέρνα με μόνιμους θαμώνες μια παρέα ψαράδων και τέσσερεις πιτσιρικάδες, έτσι για να σπάει η μονοτονία και να διαπιστώνεις πως η ζωή σ΄ εκείνον τον ξεχασμένο τόπο έχει βρει διέξοδο και θα συνεχίσει.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή ήξερα πως εκείνες οι μέρες θα σημάδευαν τη ζωή μου. Δεν ξέρω γιατί, μα όλα γύρω μου ψιθύριζαν πως θα γινόταν κάτι που θα μ΄ άλλαζε! Κολύμπι, ψάρεμα, μακρινές βόλτες δίπλα στο απέραντο γαλάζιο, άφθονο τσιπουράκι, εκλεκτοί μεζέδες, χουζούρι και… έρωτα. Τι άλλο να ζητήσει η ψυχή όταν χορταίνει τόσο πολύ, όταν “σκάει” από μια ξεχωριστή πληρότητα, όταν οι ανάσες και οι κραυγές παντρεύονται κάθε δείλι και κάθε ξημέρωμα και γλεντάνε για ώρες, για μέρες, για μια ζωή που ίσως τελικά και να μη ζήσεις…

Παραμονή της γιορτής μου με ξύπνησες αξημέρωτα και μ΄ ανάγκασες να ντυθώ για να πάμε στο ξωκκλήσι που υποτίθεται πως είχες τάμα. Δεν καταλάβαινα τίποτα, όσο και αν προσπάθησα να σου πάρω λόγια στάθηκε αδύνατο. Ντυμένοι λοιπόν με τα καλά μας και με μια περίεργη διάθεση ομολογουμένως, σ΄ άφησα να καρφιτσώσεις μια χούφτα γιασεμί στα μαλλιά μου, να με κρατήσεις από το χέρι και να με οδηγήσεις στο ξωκκλήσι του Αι-Γιώργη. Ένας γλυκός ιερέας με άσπρα γένια και μαλλιά, μαζί με τη γυναίκα του, μας περίμεναν κρατώντας δυο στέφανα από αγριελιά και ένα μικρό μπουκάλι κρασί. Μόλις τους είδα πάγωσα, γύρισα σχεδόν τρομαγμένη και σε κοίταξα, την ίδια ώρα που έβγαζες από την τσέπη σου δυο βέρες από λευκόχρυσο. “Κάποτε μου είπες πως ήθελες να είμαστε μόνο εσύ και εγώ την ώρα που θα ενωθούμε για πάντα μπροστά σ ΄Εκείνον…”. Ανατρίχιασα ολόκληρη και με δάκρυα στα μάτια σφίχτηκα πάνω σου.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω το μυστήριο της ένωσής μας, τα λόγια που χαράχθηκαν για πάντα στη ψυχή μου, τις ευχές που μας έδωσε εκείνο το αγαπημένο ζευγάρι, που ακόμη οι ματιές τους ήταν πλημμυρισμένες αγάπη, την ιεροσύνη της στιγμής. Οι δυο μας μέσα σ΄ ένα μικρό ξωκκλήσι και οι Αγγέλοι να ψάλλουν τιμώντας την αγάπη. Πώς να ξεχάσεις μάτια μου τέτοιες εικόνες; Πώς να ξεπεράσεις τη μαγεία ενός τέτοιου μυστηρίου; Πώς να θάψεις μια τέτοια αγάπη;

……………………………………………………………………………..

“Γιατί κλαις κορίτσι μου;”. Γύρισα τρομαγμένη και αντίκρυσα την “αδελφή” μου να λάμπει ολόκληρη από ευτυχία, μια ευτυχία που παρακαλάω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου να κρατήσει, να μείνει προφυλαγμένη και ζωντανή για πολλά πολλά πολλά χρόνια. Πώς να εξηγήσεις στους ανθρώπους το θεϊκό, το σπάνιο, το ονειρικό; Δεν μπορείς… ακόμη και να προσπαθήσεις, δεν θα καταφέρεις να περιγράψεις την απόλυτη ευτυχία, όταν ενώνονται για πάντα δυο ψυχές που γεννήθηκαν για να ερωτευθούν, για να ζήσουν έτσι όπως λίγοι είναι γραφτό τους…

 

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.