Δεν μου αρκεί πια το “ίσως” σου…

Advertisements

Δεν ήσουν δειλός, δεν ήσουν όμως και αρκετά τολμηρός, ο άνθρωπος που αναζητά να δοκιμάσει, να ρισκάρει, να βγει έξω από την καθημερινότητά του, ίσως ακόμη και να προσπαθήσει ν’ αλλάξει τον ρυθμό της. Ήσουν ο άνθρωπος της συνήθειας και αυτού του διαολεμένου “ίσως”, που τώρα πια ανατριχιάζω ολόκληρη κάθε φορά που ακούω να το προφέρεις.

Για κάποιον λόγο που ακόμη και σήμερα δεν μπορώ να εξηγήσω δεν παντρευτήκαμε, ποτέ δεν μπήκα σ΄ αυτή την αίσθηση πως πρέπει να βάλω έναν χρυσό χαλκά για να νιώσω πως είμαι δεσμευμένη μαζί σου. Δεσμεύτηκα από τη στιγμή που μου ζήτησες να ζήσουμε μαζί και εγώ δέχτηκα, γιατί έτσι ένιωθα πως έπρεπε να κάνω. Γιατί ήταν όμορφο ν΄ ανοίγεις την πόρτα και να με βρίσκεις να στρώνω το τραπέζι για να φάμε, γιατί ήταν υπέροχο να με κλείνεις στην αγκαλιά σου για να ζεσταθώ όταν το κρύο γινόταν τσουχτερό, γιατί για πρώτη φορά στη ζωή μου ήθελα να μοιραστώ τη ζωή μου, τα θέλω μου, τις ανάγκες μου, τα σ΄ αγαπώ μου…

Πάντα το ήξερα πως δεν ήσουν από τους τολμηρούς άνδρες, ίσως μάλιστα να σ΄ είχα επιλέξει γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, γιατί ήσουν ένας ήσυχος άνθρωπος της καθημερινότητας, της ησυχίας, της συνήθειας. Βλέπεις δεν φανταζόμουν πως ακριβώς αυτή η στάση ζωής θα ερχόταν μια στιγμή που θα με κούραζε τόσο πολύ, που θα γεννούσε μια μικρή επαναστατική φωνή μέσα μου που δεν θα σταματούσε να φωνάζει πως δεν αντέχει άλλο αυτή την επιφυλακτικότητα.

Όλοι έχουμε ένα μότο στη ζωή, μια συνήθεια την οποία οικειοποιούμαστε γιατί μας ταιριάζει, μας εκφράζει, μας εκπροσωπεί. Για πάρα πολύ καιρό πίστευα πως η “αναποφασιστικότητα” ήταν η δική σου έκφραση. Δυστυχώς όμως διαπίστωσα πως αυτό που πραγματικά σ΄ εξέφραζε, ήταν η απουσία οποιασδήποτε έκφρασης ή απόφασης.

Στην αρχή δεν μ΄ ενοχλούσε, σε δικαιολογούσα, μέχρι που άρχισα να αισθάνομαι πως είχες βάλει τη ζωή μας στο pause, σε μια αβάσταχτη και σιχαμένη αναμονή. Μια συνεχή αναμονή, “ίσως” πάμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό, “ίσως” φύγουμε για λίγες μέρες σ΄ ένα συνέδριο στην Ισπανία, “ίσως” θα πρέπει να μετακομίσουμε σ΄ ένα νέο σπίτι, “ίσως”…

Κουράστηκα να σ΄ ακούω ν΄ αναβάλεις τα πάντα, από μια απλή βόλτα στην παραλία, μέχρι μια σοβαρή απόφαση για κάποιον σημαντικό πελάτη. Ήξερα καλά πως δεν ήσουν ούτε τεμπέλης, μα ούτε και ευθυνόφοβος, απλώς χανόσουν μέσα σε σκέψεις προσπαθώντας να ορίσεις και να καθορίσεις τα πάντα, να μαντέψεις πιθανές αναποδιές και προβλήματα, να προβλέψεις. Μόνο που μάτια μου αγαπημένα, η ζωή δεν προβλέπεται, όσο και αν προσπαθείς να την οργανώσεις, αυτή θα βρει στο τέλος τον τρόπο να σ΄ εκπλήξει και ίσως τελικά αυτό να είναι το όμορφο, το αναπάντεχο, αυτό που θα κάνει την καρδιά σου να χτυπήσει πιο δυνατά, που θα σε φέρει στα όριά σου, που θα σ΄ αναγκάσει να τα ξεπεράσεις. Δε θα ‘κανε καλό και λίγη “περιπέτεια” στην απίστευτα προστατευμένη και καθορισμένη ζωή μας; Έτσι, λίγο αλατοπίπερο για να νοστιμέψει η ζήση αυτή;

Γέμισα μια τσάντα ταξιδίου με δυο τρία ρούχα, το αγαπημένο σου κουτί των πρώτων βοηθειών, γέμισα το αυτοκίνητο βενζίνη, πήρα κάρτες, ταυτότητες, καπέλα και γυαλιά ηλίου και Παρασκευή μεσημέρι, ακριβώς στις 3, βρισκόμουν έξω από το γραφείο σου. Μόλις άνοιξες τη πόρτα και βγήκες, με είδες και έχασες το χρώμα σου, ήταν μόλις η δεύτερη φορά που ερχόμουν και μάλιστα απρόσκλητη στο γραφείο.

“Ήρθα να σε πάρω. Δεν ξέρω πού θα πάμε, δεν ξέρω τι θα κάνουμε, θα μπούμε στο αυτοκίνητο και θα πάμε ν΄ αναπνεύσουμε καθαρό αέρα. Θα είμαστε μαζί, θα είμαστε καλά και θα προκαλέσουμε τη μοίρα να μας προσφέρει ένα αξέχαστο παρασκευοσαββατοκύριακο!”. Σε είδα να τα χάνεις. Θα πρέπει μάλλον να σ΄ έπιασε ίλιγγος, γιατί για μια στιγμή μου έδωσες την αίσθηση πως ήθελες να κρατηθείς από κάπου για να μην πέσεις. “Ίσως… θα ήταν καλύτερα…”, εκείνο ήταν το τελευταίο “ίσως” που άκουσα από σένα. Την επόμενη στιγμή μ΄ ένα απόλυτα σοβαρό ύφος, σου εξήγησα πως δεν άντεχα άλλο ούτε τις αναβολές, ούτε τους φόβους και κυρίως ούτε τα “ίσως”!

“Αν δεν έρθεις μαζί μου αυτή τη στιγμή να φύγουμε, θα επιστρέψω στο σπίτι, θα μαζέψω τα ρούχα μου και θα φύγω για πάντα από τη ζωή σου. Η ζωή αγάπη μου είναι εκεί έξω! Δεν θέλω να γίνουμε ούτε ήρωες, ούτε εξερευνητές αυτού του επικίνδυνου κόσμου, θέλω απλώς να δούμε τις ομορφιές του, να τις μυρίσουμε, να τις γευτούμε, να τις δοκιμάσουμε και μετά τα δυο μας αγκαλιά να επιστρέψουμε στο καταφύγιο μας!”. Το παράδοξο ήταν πως μόλις μ΄ άκουσες, μ΄ αγκάλιασες και με φίλησες έτσι όπως δεν το έκανες ποτέ ξανά, μ΄ ένα πάθος που αν θέλω να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, με τρόμαξε. Από τότε μ΄ αφήνεις να οργανώνω εξόδους και μικρές εκδρομές, χωρίς ούτε μια φορά να εκφράσεις μια αντίρρηση και κυρίως εκείνο το σιχαμένο “ίσως”…

 

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.