Advertisements

Πολλές φορές όταν κοιτάζω μια οικογένεια που βρίσκεται κοντά μου, όπου και αν βρίσκομαι, αναρωτιέμαι πώς θα ήταν αν τελικά είχαμε κάνει οικογένεια οι δυο μας. Πώς θα ήταν αν μας είχε δοθεί η ευκαιρία να παντρευτούμε, να κάνουμε παιδιά, ν΄ αποκτήσουμε φίλους και συγγενείς, να οργανώνουμε συγκεντρώσεις στις γιορτές, μικρές εξορμήσεις τα Σαββατοκύριακα και όλα αυτά τέλος πάντων που κάνει μια μικροαστική οικογένεια στη χώρα αυτή.

Ακόμη δεν κατάφερα ν΄ απαντήσω, να δώσω μια ξεκάθαρη απάντηση, να βάλω περιγράμματα και να δώσω την γενική εικόνα της υποτιθέμενης ζωής μας. Ίσως να φταίει το γεγονός πως ζω μόνη μου τόσα πολλά χρόνια, που είναι αδύνατο να φανταστώ καν πώς θα ήταν αν είχα μια δική μου οικογένεια, λίγους μα ξεχωριστούς ανθρώπους που κάθε μέρα θ΄ άνοιγαν τα μάτια με την προσμονή να με δουν δίπλα τους, να δεχθούν τις φροντίδες μου, να μου φωνάξουν με χαρά “Καλημέρα”, να μου ψιθυρίσουν στο σκοτάδι “Καληνύχτα”…

Μπορεί εγώ να επέλεξα να μείνω μόνη, τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου, που επέλεξαν να μην είναι μόνοι, να έχουν δημιουργήσει μια οικογένεια που τα μέλη της δεν έχουν καμία απολύτως επικοινωνία μεταξύ τους. Καμιά φορά σκέφτομαι πως αυτό είναι πολύ χειρότερο από μια μεσήλικη γεροντοκόρη, που απλώς αποφάσισε να ζήσει μόνη με δυο καλούς φίλους και αναμνήσεις μιας παλιάς σχέσης, που ξεκουράζεται στο συρτάρι των αναμνήσεων.

Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει πώς είναι να καλημερίζουν τον διπλανό, να νοιάζονται για τον γείτονα, να χαιρετάνε τον περαστικό, να προσέχουν τα παιδιά του δρόμου. Κάποτε άκουσα τη γιαγιά μου να λέει πως τα παιδιά της γειτονιάς είναι παιδιά όλων, πως ο πρώτος μεζές του φαγητού είναι πάντα της γειτόνισσας, πως ο καλός ο γείτονας είναι περιουσία και δεκάδες ακόμη γνωμικά και δίστιχα που υποδήλωναν πως ο άνθρωπος ήταν για τον άνθρωπο, ο ένας κοντά στον άλλο όχι μόνο στη χαρά και στη λύπη, αλλά και στην απώλεια, στο ξαφνικό κακό, στα όνειρα, στα γλυκά και στα μέλια που ήταν τότε σπάνια, στα δάκρυα και στις κατάρες που τώρα ακούγονται τόσο γραφικά.

Κοιτάζω τα σπίτια όταν βγαίνω τον καθημερινό μου περίπατο στα μικρά σοκάκια της γειτονιάς και το μόνο που βλέπω είναι μια απίστευτη, μια μοναδική μοναξιά στα γυμνά μπαλκόνια, που συνήθως έχουν παρατήσει απότιστο τον βασιλικό. Άνθρωποι που όλος τους ο κόσμος περικλείεται σ΄ ένα μικρό κινητό, όσο πιο μικρό τόσο πιο πολύτιμο για τον κάτοχό του, όσο πιο μοντέρνο τόσο πιο απλόχερο δώρο. Η απόλυτη μοναξιά…

Δεν μπορώ να φανταστώ πως όλοι αυτοί, όπως εγώ, αποφάσισαν να φύγουν μακριά από τον έρωτα της ζωής τους και να κρυφτούν μέσα στο μικρό τους καταφύγιο, γιατί φοβήθηκαν να ζήσουν, να προσαρμοστούν στις δύσκολες συνθήκες της σχέσης τους. Όχι, δεν το πιστεύω! Βλέπω τα πρόσωπα και ξέρω πως δεν είναι ούτε πληγωμένα, ούτε φοβισμένα, είναι απλώς αποφασισμένα να ζήσουν το σήμερα χωρίς να τους νοιάζει αν όντως αυτό το σήμερα είναι χαρούμενο ή ευτυχισμένο, αρκεί να είναι με τα μοντέρνα στάνταρντς αυτού του σκληρού σήμερα.

Δε ξέρω τι να υποθέσω, ίσως τελικά να γίνομαι γραφική εγώ. Ίσως αν ακολουθούσα όλα αυτά τα “μοντέρνα” του σήμερα, να αισθανόμουν καλύτερα, πιο πλήρης, πιο γεμάτη, πιο… Ακόμη και σαν υπόθεση, ακούγεται τόσο ανόητο Θεέ μου! Όχι, αυτή η μοναξιά είναι ακόμη πιο σκληρή και πιο ταπεινωτική, είναι αφύσικο για να μην πω αρρωστημένο να βρίσκεσαι μέσα σε μια αίθουσα μ΄ εκατοντάδες ανθρώπους, ν΄ ακούς μουσική για πιθήκια, κάποιοι γύρω σου μάλιστα να κουνιούνται και σαν πιθήκια και εσύ ν΄ αποθανατίζεις στιγμές μιας στιγμιαίας ευτυχίας, κρατώντας ένα ποτήρι μεταλλαγμένο υγρό που κάποιοι μαρκετίστες ονόμασαν κοκτέιλ, φυσικά με το αγαπημένο σου κινητό. Ο μόνιμος σύντροφος της μοναξιάς σου, ο κολλητός, ο φίλος που ξέρει τα πάντα για σένα, ενώ είναι έτοιμος να σε προδώσει στην πρώτη ευκαιρία…

Όχι, τελικά θα κρατήσω τη δική μου μοναξιά, τα βιβλία που με περιμένουν καρτερικά στη παλιά βιβλιοθήκη για να με ταξιδέψουν, τους μακρινούς περιπάτους με τα όνειρά μου και τους πιο κοντινούς με τον κατοικίδιο σύντροφο μου, τα κυριακάτικα τραπέζια με τους δυο παιδικούς μου φίλους και τη μηνιαία επίσκεψη μου στην τελευταία κατοικία συγγενών και φίλων που βιάστηκαν να φύγουν πιο μπροστά από μένα. Εκεί που σε λίγο ή σε περισσότερο καιρό θα πάω και εγώ ήρεμη όμως, γιατί δε θα ‘χω προδώσει τον εαυτό μου, τα θέλω μου, τις ανάγκες της ψυχούλας μου.

Μοναξιά λοιπόν και όχι συμβιβασμός. Ας είναι, αφού είμαστε τόσο ανόητοι και δεν βγάζουμε τις παρωπίδες που κάποιοι μεγαλοκαρχαρίες μας φορέσανε για να γίνονται κάθε μέρα πιο πλούσιοι, θα συνεχίσουμε έτσι, σ’ αυτόν τον κόσμο που βυθίζεται όλο και περισσότερο στην πιο αδίσταχτη καταδίκη, στη φυλακή χωρίς παράθυρα, στην μοντέρνα μοναξιά του σήμερα. Καλό κουράγιο!

 

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.