Μόνο εσύ μπορείς να με λυτρώσεις…

Advertisements

Όταν είδα το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο, αισθάνθηκα σαν έφηβη που έχει την πρώτη της ερωτική αλληλογραφία. Όχι, δεν είμαστε έφηβοι, είμαστε πολύ μακριά από εκείνη την εποχή της αθωότητας και της ξενοιασιάς, είμαστε απλώς δυο τρελοί που επιλέγουν τον πιο παραδοσιακό τρόπο να δείξουν και ν΄ αποδείξουν τα συναισθήματά τους. Είμαστε “ρετρό”, όπως θα ‘λεγες κι εσύ πριν σκύψεις να μου φιλήσεις το χέρι…

Επτά μήνες τώρα κοιτάζω το γραμματοκιβώτιο σαν πολύτιμο φυλακτό, σαν έναν σπάνιο θησαυρό που όταν τολμήσω να το ανοίξω, θα μου χαρίσει ένα υπέροχο σταυρό. “Επιτυχία!”, όπως θα ‘λεγε και η γιαγιά σου, που κάθε δεύτερη Τετάρτη μας “διάβαζε” το φλυτζάνι.

Ήταν απαραίτητο να φύγεις στο εξωτερικό για έναν ολόκληρο χρόνο τουλάχιστον. Εκείνο το “τουλάχιστον” ήταν που μου τσάκιζε τη ψυχολογία, μα δεν μπορούσα να ξεστομίσω ούτε μια λέξη, δεν ήθελα να μάθεις πόσο απίστευτα φοβόμουν. Δεν ήθελα να σε χάσω, νομίζω πως δεν θ΄ άντεχα να σε χάσω, ήσουν ο πρίγκιπας με το άσπρο άλογο για μένα, ο φύλακας της καρδιάς μου και δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς να σ΄ έχω στο πλάι μου. Έπρεπε όμως να φύγεις, ήταν απαραίτητο για να έχεις την ευκαιρία ν΄ αποκτήσεις τη θέση που ήθελες στην εταιρία. Το ήξερα και γι’ αυτό προτίμησα να θάψω τους φόβους μου κάτω από ένα ζεστό χαμόγελο και ένα παθιασμένο φιλί, που έκρυβε έναν βαθύ πόνο.

Έφυγες λίγο πριν σβήσει το καλοκαίρι, με μια υπόσχεση πως θα μου γράφεις κάθε βδομάδα. Όταν το άκουσαν φίλοι και γνωστοί χαμογέλασαν ειρωνικά, κάποιοι μάλιστα μας έκαναν και ανέκδοτο…. Δεν με νοιάζει! Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν με νοιάζει! Μονάχα εσύ και το φθαρμένο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού μου, που μόλις έφυγες προσπάθησα να το ανακαινίσω.

Από την πρώτη κιόλας μέρα αισθάνθηκα μισή, σαν να έφυγε μαζί σου ένα κομμάτι δικό μου, σαν να πήρες τη μισή μου καρδιά κρυμμένη ανάμεσα στα πουκάμισα που δίπλωσα τόσο επιμελώς, για να μην τσαλακωθούν. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό, ήταν αδύνατο πια να κοιμηθώ, ν΄ αφεθώ στην αγκαλιά του Μορφέα ξένοιαστη. Όσο και αν η κούραση της μέρας με τσάκιζε στα δυο, ήταν αδύνατο να χαλαρώσω, το ίδιο μου το κορμί είχε κηρύξει επανάσταση, είχε πάρει τα “όπλα” στα χέρια και πολεμούσε με λύσσα. Στόχος του να μην ηρεμήσω, να μην χαλαρώσω, να μην ευθυμήσω…

Ήταν αδύνατο ακόμη και να δουλέψω. Σαν υπνωτισμένη τρόφιμος σε ίδρυμα ψυχασθενών, που αδυνατεί να φροντίσει τον ίδιο της τον εαυτό, πήγαινα και ερχόμουνα κάνοντας μηχανικές κινήσεις χωρίς ουσία. Τίποτα δεν είχε σημασία, όλα αδιάφορα και μουντά, ξένα. Πολλές φορές αισθανόμουν ξένο σώμα και ανάμεσα στην οικογένεια και ανάμεσα στους φίλους, που ομολογώ πως έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους να μου φτιάξουν τη διάθεση. Βαθιά μέσα μου όμως ήξερα πως μόνο εσύ, ναι μάτια μου μόνο εσύ μπορούσες να με λυτρώσεις από το βάσανό μου, από την άδικη καταδίκη μου.

Μονάχα εσύ είχες τη δύναμη να ναρκώσεις τους εφιάλτες, να τους διώξεις μακριά και να ελευθερώσεις τη χαρά και τη γαλήνη μου. Μονάχα εσύ μπορούσες να κοιμίσεις τους φόβους, που γινόταν τέρατα και με βασάνιζαν κάθε βράδυ, μονάχα εσύ μπορούσες να ταΐσεις την καρδιά και να την νανουρίσεις, μα εσύ έλειπες και θα έλειπες για πολύ ακόμη. Για πέντε ακόμη ολόκληρους μήνες, για είκοσι αβάσταχτες βδομάδες χωρίς το χάδι και το γέλιο σου, χωρίς την ήρεμη φωνή που κάθε δείλι μου ψιθύριζε ερωτικούς στίχους μ΄ ένα πάθος που μούδιαζε την ανάσα μου.

Σε περιμένω. Θα σε περιμένω. Όσο και αν μου στοιχίζει, θα παραμείνω σιωπηλή και θα υπομένω τα βασανιστήρια που μου έχει επιβάλει η απουσία σου. Θα σε περιμένω καρδιά μου για να με λυτρώσεις….

 

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.