Εκείνοι οι άνθρωποι που έχουν παραδοθεί στη μοίρα τους…

Advertisements

Όχι, δεν ήμουν η πρώτη γυναίκα που έμενε χήρα, δεν ήμουν καν μια από τις χειρότερες περιπτώσεις. Είχα τη δουλειά μου, το σπίτι μου, τακτοποιημένα τα παιδιά μου, μα ήταν αδύνατο να ξεπεράσω τον χαμό από εκείνον τον άνδρα-καμάρι που είχα στο πλάι μου για 35 ολόκληρα χρόνια. Ήταν ο ιδανικός και ας ήταν μια γνωριμία του μεγαλύτερου αδελφού μου, που φοβόταν τον δύσκολο και ιδιόμορφο χαρακτήρα μου. Όχι, δεν ήταν έρωτας για μένα, τουλάχιστον όχι από την αρχή, ήταν κάτι σαν συνοικέσιο που οι δικοί μου το βάφτισαν γνωριμία για να μην αντιδράσω αρνητικά. Ατίθαση, ισχυρογνώμων και περήφανη, παρότι δεν κατάφερα να σπουδάσω όπως λαχταρούσε η ψυχή μου, αφού κατά τις απόψεις των γονιών μου είναι περιττές οι σπουδές για ένα κορίτσι γεννημένο την δεκαετία του 40.

Δέχθηκα να γνωρίσω τον κολλητό φίλο του αδελφού μου εξαιτίας της αδυναμίας που του είχα. Δεν ήθελα να του χαλάσω το χατίρι και αποφάσισα πως απλώς θα εμφανιζόμουν στο μικρό ταβερνάκι που μαζευόταν η παρέα κάθε Σαββατόβραδο. Δυο μάτια που θύμιζαν καζάνι μαύρο-σκοτεινό που κόχλαζε, δυο μάτια που για μια στιγμή μου έδωσαν την εντύπωση πως είχαν πάρει φωτιά για χάρη μου, απροσδόκητα με καθήλωσαν, μ΄ έκαναν για πρώτη φορά στη ζωή μου ν΄ ανατριχιάσω και να χαμηλώσω το βλέμμα. Ήταν τελικά τόσο εύκολο να τους παραδοθώ, να τα επιτρέψω ν΄ ακουμπήσουν πάνω μου για να με ζεστάνουν, να με κάψουν με το πάθος και τη φλόγα που είχαν αιχμαλωτίσει. Πριν καταλάβω τι ακριβώς είχε συμβεί, γίναμε ζευγάρι. Μια ατίθαση ελαφίνα στα χέρια του σκοτεινού κυνηγού, που κάθε βράδυ της ψιθύριζε ερωτικούς στίχους του Τ. Λειβαδίτη πριν την συνοδέψει στο πατρικό.

Στήσαμε τη ζωή μας με υπέροχα όνειρα και δανεικά προικιά, μόνοι, στερημένοι, μα πάντα ευτυχισμένοι. Τα όνειρα αργά μα σταθερά γίναν μια γλυκιά πραγματικότητα που γέμιζε και τους δυο ικανοποίηση και περηφάνεια. Το μικρό πλυσταριό της κυράς Μάρθας έγινε ένα μικρό διαμέρισμα στη γειτονιά και αργότερα μια όμορφη μονοκατοικία έξω από την πόλη. Η αφιλόξενη στάση λεωφορείου που γινόταν μάρτυρας των παθιασμένων φιλιών έγινε ένα χαριτωμένο μοτοσακό και μετά από λίγα χρόνια ένα γλυκύτατο μικρό σαραβαλάκι. Όλα μεταμορφωνόταν σε μια ονειρική διάθεση, που γέμιζε τις ψυχές μας ανεξίτηλες αναμνήσεις και εγώ πετούσα πια στον έβδομο ουρανό ερωτευμένη τόσο βαθιά, τόσο απόλυτα, που παρακάλαγα την Παναγιά να τον φυλάει σαν σπάνιο πολύτιμο θησαυρό για χάρη μου.

Για χάρη μου όχι, τελικά δεν πραγματοποιήθηκε η ευχή των νεανικών μου χρόνων, εκείνος “έφυγε” και εγώ απόμεινα ένα κουφάρι που δεν ήξερε πώς ακριβώς να συνεχίσει τη ζωή του. Όταν συνειδητοποίησα πως έπρεπε να συνεχίσω χωρίς εκείνον, για μια στιγμή αισθάνθηκα πανικό, ήταν η πρώτη φορά στα τελευταία 35 χρόνια που θα ξάπλωνα στο κρεβάτι μόνη μου, που θα έτρωγα μόνη μου, που θα περπατούσα στον κήπο μόνη μου, που θα ζούσα μόνη μου…

Συνέχισα να σηκώνομαι από το κρεβάτι και να ετοιμάζω τους καφέδες μας. Δυο μερακλήδικους ελληνικούς, σκέτους, πικρούς σαν το φαρμάκι που κατάπινα πια κάθε στιγμή που διαπίστωνα πως πια δεν υπάρχει στο πλάι μου. Για λίγες σκοτεινές βδομάδες συνέχισα να λειτουργώ σαν να μην άλλαξε τίποτα, δυο καφεδάκια το πρωί, δυο σερβίτσια το μεσημέρι, δυο ποτήρια γάλα το βράδυ. Κάποια στιγμή τα παιδιά προσπάθησαν να μου μιλήσουν, να μου δώσουν να καταλάβω πως δεν γινόταν να συνεχίσω έτσι. Προσπάθησαν να με παρασύρουν σε διάφορα ανόητα θεάματα, που ήταν αδύνατο να παρακολουθήσω, σε συγκεντρώσεις που οι φωνές μ΄ εκνεύριζαν τόσο έντονα που νόμιζα πως θ΄ αρχίσω να κραυγάζω σαν τρελή να σταματήσουν. Αναγκάστηκαν να μ΄ αφήσουν στην ησυχία μου.

Είχα οικειοποιηθεί πια τον ρόλο της χήρας με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Παράτησα εντελώς τον εαυτό μου, την εμφάνισή μου, το ντύσιμό μου και κλείστηκα στο σπίτι. Δουλειά, σπίτι, σπίτι, δουλειά και κάθε δεύτερη Κυριακή μια μικρή βόλτα στο διαμέρισμα της μεγαλύτερης κόρης μου για ένα βιαστικό μεσημεριανό, ένα παραμύθι στον μικρό μπόμπιρα που με κοιτούσε με λατρεία μέσα στα μάτια και μετά επιστροφή στο καταφύγιο της μοιρολατρίας μου.

Ήταν αδύνατο να εξηγήσω γιατί είχα αφεθεί τόσο. Μου έδινε μια ψεύτικη ικανοποίηση να βλέπω τα άβαφα μαλλιά, το χλωμό απεριποίητο πρόσωπο, το παλιομοδίτικο ντύσιμο, στην άγνωστη φιγούρα που στεκόταν στο κάτοπτρο της κρεβατοκάμαρας. Ήταν μυστικό, δεν το ήξερε κανείς, μα είχα την ψευδαίσθηση πως έτσι ήμουν πιο κοντά του, έτσι άρμοζε να πενθεί μια χήρα γυναίκα που είχε βιώσει 35 χρόνια μιας απόλυτης ευτυχίας. Λες και εκείνος αισθανόταν καλύτερα που μ΄ έβλεπε να φυτοζωώ σαν μια ανόητη γυναικούλα που δεν την ενδιέφερε τίποτα. Έφτυνα τη ζωή κατάμουτρα και είχα και το θράσος να φωνάζω πως αισθανόμουν και απόλυτα ικανοποιημένη. Το  παράλογο σε όλο του το μεγαλείο, κανείς όμως δε στάθηκε ικανός να με ταρακουνήσει, κανείς να μου δώσει να καταλάβω πως μόνη μου επέλεγα το πιο σκοτεινό, το πιο μοναχικό μονοπάτι.

Ακόμη συνεχίζω να ζω στη μνήμη του. Χωρίς φίλους, με το καθήκον της μάνας όποτε μου το επιτρέπουν τα παιδιά και τα εγγόνια, ενώ τώρα πια όταν κοιτάζω το παραθύρι του έρημου σπιτιού, έχω το νου μου για μια ψηλή απόκοσμη φιγούρα. Περιμένω εκείνον που θα με πάρει για πάντα στην αγκάλη του και παρακαλάω όλα τα όνειρα που κάνω να ξαναδώ τον “κυνηγό” μου να βγουν αληθινά. Δεν μου απόμεινε τίποτε άλλο, μόνο αυτή η ελπίδα πως θα ξαναβρεθούμε, πως θα μου κρατήσει ξανά το χέρι και ας είναι μόνο για μια φορά, πως θα μου ψιθυρίσει ξανά τον αγαπημένο μου Τ. Λειβαδίτη…

Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του. ’

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.