Τόλμα και κοίτα με στα μάτια και πες όσα δεν νιώθεις…

Advertisements

Μπήκαμε σε μια καθημερινότητα που μέρα με τη μέρα μας απομάκρυνε. Τα δίδυμα να ετοιμάζονται για το Πανεπιστήμιο, οι δουλειές να δημιουργούν ασταμάτητα προβλήματα, σαν να έχουν μπει σε διαδικασία ανταγωνισμού ποια θα μας κάνει πιο περίπλοκη και δύσκολη την καθημερινότητα και εσύ να κοιτάς από μακριά, όπως ο γείτονας που ενοχλείται από τη συνεχή φασαρία της ίδιας της ζωής.

Το ξέρω πως δεν θα βρεις το κουράγιο να παραπονεθείς, είναι και αυτό μέρος της κρυφής σου γοητείας, όπως συνήθισα να ψιθυρίζω μεταξύ αστείου και σοβαρού κάθε φορά που μιλούσαμε για τα προβλήματα που μας έπνιγαν και εσύ μονίμως επέλεγες την αποστασιοποίηση και την σιωπή ως μέθοδο αντιμετώπισης. Τώρα όμως κάτι άλλαξε, το βλέπω, το νιώθω κάθε φορά που απλώνω το χέρι να σου χαϊδέψω τρυφερά τα μαλλιά, όταν χουζουρεύεις. Κάποτε γυρνούσες και μου ‘δινες ένα γλυκό φιλί για να με καληνυχτίσεις ή μου έκλεινες πονηρά το μάτι όταν ήθελες να μου χαρίσεις τον έρωτά σου, τώρα απλώς τραβιέσαι και κάνεις πως κοιμάσαι. Κάθε φορά που σου μιλάω για ένα ταξίδι μακρινό μόνο για τους δυο μας και συνεχίζεις να διαβάζεις σιωπηλός την εφημερίδα ή το βιβλίο σου χωρίς καν να σχολιάσεις, κάθε φορά που κοιτάζεις τον ορίζοντα σαν να προσπαθείς να βρεις κάτι να σε πάρει μακριά από μένα, από τα παιδιά, από την ίδια μας τη ζωή.

Σου λείπει… κάτι σου λείπει και το αναζητάς συνεχώς σε μακρινές βόλτες στη θάλασσα, σε αναζητήσεις ατελείωτων ωρών στο διαδίκτυο, σε μια ντάνα βιβλία που μέρα με την μέρα έχω την αίσθηση πως όλο και μεγαλώνει. Δεν είσαι καλά, δεν είσαι καν ευχαριστημένος, δεν θα τολμήσω ούτε γι’ αστείο να πω ευτυχισμένος, έχεις σταματήσει εδώ και πολύ καιρό να είσαι ευτυχισμένος μαζί μας, μακάρι όμως να ήσουν τουλάχιστον ευχαριστημένος…

Σχεδόν δεν αντέδρασες όταν οι μικροί σου ανακοίνωσαν πως πέρασαν από τους πρώτους στη σχολή που είχαν επιλέξει. Κοίταξες για μια στιγμή αδιάφορα, χαμογέλασες σαμ να ήταν μονάχα αυτό το χαμόγελο η υποχρέωσή σου ως γονιός και κλείστηκες στο γραφείο σου για να βγεις από εκεί μέσα αργά το βράδυ. Σκαρφίστηκα ένα βουνό ψέματα για μια σοβαρή κρίση στη δουλειά, για να δικαιολογήσω την απίστευτα αδιάφορη και ψυχρή συμπεριφορά σου. Τα καημένα τα παιδιά μέχρι που ήθελαν ν΄ ακυρώσουν τα σχέδιά τους για να μείνουν να σου κάνουν συντροφιά, να σε παρηγορήσουν που έχασες έναν τόσο σοβαρό “αόρατο” πελάτη. Δεν το επέτρεψα, τους φίλησα με όλη μου την αγάπη και τους ευχήθηκα να περάσουν μοναδικά, το άξιζαν και έπρεπε να το ευχαριστηθούν. Δεν θ΄ άφηνα τίποτα να τους χαλάσει τη μέρα και τη χαρά που κέρδισαν με τόσο κόπο.

Έφυγαν και αποφάσισα να μην σε ενοχλήσω. Δεν ήμουν έτοιμη ακόμη ν΄ αγγίξω την πληγή που με πονούσε τόσο, δεν ήθελα να καταλάβουν τίποτα τα παιδιά. Μπήκα στο δωμάτιο των ξένων και άφησα τα δάκρυά μου να μαλακώσουν το θυμό και τον εκνευρισμό μου, είχες καταφέρει να διαλύσεις τη δική μου χαρά, μα δεν θα σου επέτρεπα να πληγώσεις και να στεναχωρήσεις τα παιδιά.

Περίμενα… τους είχαμε υποσχεθεί πως αν περνούσαν στο Πανεπιστήμιο, θα τους επιτρέπαμε να κάνουν ολιγοήμερες διακοπές στο εξωτερικό με φίλους. Τις μέρες που ακολούθησαν, σ΄ αφήσαμε στην ησυχία σου και σχεδιάσαμε με κάθε λεπτομέρεια το ταξίδι τους, εισιτήρια, μουσεία, προορισμοί, πανσιόν, τηλέφωνα ανάγκης και από ένα σβουριχτό φιλί από τη μαμά. Σχεδόν δεν κατάλαβες πως τα παιδιά θα έφευγαν για δυο ολόκληρες βδομάδες. Όταν μπήκαν να τ΄ αποχαιρετίσεις, τα κοίταξες σαν απρόσμενους εισβολείς μέσα στο βασίλειο της ησυχίας σου. Δεν ξέρω καν αν μπήκες στον κόπο να τους ευχηθείς καλό ταξίδι…

Όταν άνοιξα την πόρτα, σε βρήκα ν΄ ακούς τον αγαπημένο σου δίσκο, Μαρία Κάλλας και να περπατάς αργά κατά μήκος του δωματίου. Στα χέρια κρατούσα ένα μπουκάλι κρασί από τ΄ αγαπημένα σου και δυο ποτήρια. Κάθισα στον καναπέ, σέρβιρα και περίμενα να πλησιάσεις. Ομολογώ πως άργησες πολύ, αναγκάζοντάς με να πάρω την πρωτοβουλία εγώ γι’ ακόμη μια τελευταία φορά…

“Σήμερα είναι η μέρα που θα μιλήσεις, που δεν θα επιτρέψω στη σιωπή να μπει ανάμεσά μας. Σήμερα θα μου εξηγήσεις με θάρρος γιατί σταμάτησες να αισθάνεσαι ευτυχισμένος κοντά μας, γιατί πια δεν σου είμαστε αρκετοί, ούτε εγώ και δυστυχώς ούτε τα παιδιά. Σήμερα θα μου δώσεις να καταλάβω τι ακριβώς αισθάνεσαι και τι ακριβώς θέλεις να κάνεις. Σήμερα επιτέλους καλέ μου θ΄ απελευθερωθείς από τα “πρέπει”, που γίναν πια βαρίδια και σε βασανίζουν. Σήμερα θα πάρεις μια απόφαση, θ΄ αποφασίσεις αν θέλεις να συνεχίσουμε ή αν θα πας παρακάτω μόνος σου. Σήμερα, όχι αύριο, όχι σε λίγες ώρες, όχι σε λίγες μέρες. Σήμερα. Θα με κοιτάξεις μέσα στα μάτια, όπως συνήθιζες να με κοιτάς όταν ακόμη με θεωρούσες δικό σου άνθρωπο και θα μου πεις την αλήθεια, όσο πικρή και άσχημη και αν είναι. Θα προσπαθήσεις να μου εξηγήσεις επιτέλους τι αισθάνεσαι και πώς θέλεις να πορευθείς από εδώ και πέρα. Δεν σε δεσμεύει τίποτα, η αγάπη είναι ελευθερία καλέ μου και όχι αιχμαλωσία. Αυτό είναι το μόνο λάθος που κάνεις, είσαι απόλυτα ελεύθερος να εκφραστείς όπως επίσης και να φύγεις. Σ΄ ακούω….”.

 

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.