Πάντα θα γιορτάζω το τελευταίο μας βράδυ…

Advertisements

Το ξέραμε και οι δυο πως δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η δουλειά που σου πρόσφεραν ήταν το όνειρο της ζωής σου, ήταν κάτι που δε μπορούσες ν΄ αρνηθείς. Παρόλο που το λαχταρούσες, δεν τόλμησες να μου προτείνεις να σ΄ ακολουθήσω, ήξερες πως ήμουν αναγκασμένη ν΄ αρνηθώ, ήξερες…

Το σκεφτήκαμε πολύ, ίσως μάλιστα περισσότερο απ΄ όσο θα έπρεπε. Πολεμάγαμε να βρούμε μια λύση, μια διέξοδο, μα καταλήγαμε πάντα στο ίδιο δυσάρεστο συμπέρασμα, ήταν αδύνατο ν΄ αφήσω πίσω μια μάνα που ακόμη έκανε χημειοθεραπείες και μια ανήλικη αδελφή.

Θυμάμαι πως εκείνο το βράδυ που αποφασίσαμε πως ο χωρισμός ήταν ο μόνος δρόμος, για πρώτη φορά στα τρία χρόνια που ήμασταν μαζί σε είδα δακρυσμένο. Είδα τα δυο σου μάτια πλημμυρισμένα από έναν αβάσταχτο πόνο, από μια θλίψη που κυριολεκτικά μου ‘κοψε την ανάσα. Πονούσες και το ήξερα. Το έβλεπα. Το ένιωθα. Δεν άντεχα να σε βλέπω έτσι και άρχισα να μιλάω για όλα αυτά που θα πετύχαινες, για όλα αυτά που θα συναντούσες, για όλα αυτά που θα σου δίνανε την ευκαιρία να πετύχεις, να πετάξεις ψηλά. Δεν μίλησες, απλώς άνοιξες τα χέρια ικετεύοντας να ‘ρθω να σε ζεστάνω, να κουρνιάσω μέσα στην αγκαλιά σου μια τελευταία φορά. Δεν το είχαμε προγραμματισμένο, το ξέραμε όμως και οι δυο πως μετά από εκείνο το βράδυ οι δρόμοι μας θα χώριζαν για πάντα…

Χιλιάδες λέξεις να παλεύουν να ξεφύγουν, να ελευθερωθούν για να εκφράσουν όλα όσα πνιγόντουσαν μέσα μας. Ένας σιωπηλός πόλεμος που τελικά παραδόθηκε στα χείλη μας. Φιλιά αναστεναγμοί, φιλιά ικεσίες, φιλιά πνιγμένα στα δάκρυα, στο παράπονο, σ΄ αυτό το καταραμένο “γιατί”, που έχω την αίσθηση πως θα μας κυνηγάει για χρόνια πολλά. Τι να πεις και πώς να δικαιολογήσεις μια αγάπη που απλώς δεν μπορεί ν΄ ανθίσει, που αδυνατεί ν΄ απλώσει τις ρίζες της, να δυναμώσει, να γίνει στέρεη και δυνατή… Όλα εναντίον της, σα ν΄ αποφάσισαν να την θυσιάσουν όπως την Ιφιγένεια, για έναν ούριο άνεμο…

Μείναμε σε μια γωνιά του δωματίου σχεδόν χωρίς ανάσα, παλεύοντας με συναισθήματα, με πόθους, με ανάγκες της ίδιας της ύπαρξής μας, μέχρι που μ΄ άρπαξες ψιθυρίζοντας ίσως στον ίδιο σου τον εαυτό πως απόψε θα κατακτούσαμε αυτήν την πόλη και ας μην το ήθελε κανείς. Δεν κατάλαβα τι εννοούσες, σ΄ άφησα όμως να με παρασύρεις σε μια εξωπραγματική εξερεύνηση αυτής της πόλης, που σε λίγο θα ΄χανε τη σκιά σου. Παρόλο το κρύο, βγήκαμε και αρχίσαμε να περπατάμε σε ξένες γειτονιές, να κλέβουμε ξεχασμένα μπουμπούκια από φωτισμένους κήπους και να σιγοτραγουδάμε αγαπημένα τραγούδια, που είχαν ντύσει πολύτιμες δικές μας στιγμές.

Μια βόλτα στις αναμνήσεις που πάλευαν ν΄ αποδείξουν πως δεν υπήρχε άλλος χώρος για νέες, που ακροβατούσαν συντροφιά με την υστερία και την απόγνωση. Δάκρυα και γέλια παντρεμένα για πρώτη φορά, σφιχταγκαλιασμένα με τις ανάσες και τους πόθους μας, παραδομένα σε μια καταδίκη που μόλις ξημέρωνε θα γινόταν η νέα πραγματικότητά μας. “Βρώμικο” στο χέρι και παγωμένη μπύρα και ο αέρας να μας ενώνει ξανά και ξανά. Χαμόγελα πιεσμένα και κάποιες φορές αυθόρμητα, μαζί με φιλιά που είχαν κλέψει τη μυρωδιά αυτού του αναπάντεχου δείπνου. Βόλτες στην παραλία και ένα φημισμένο γλυκό στα μικρά σοκάκια του Πανοράματος, για να καταλήξουμε ξανά στο μικρό μας καταφύγιο, σ΄ αυτό που σε λίγες ώρες θα παραδινόταν για πάντα στους αδίστακτους δεσμώτες της μοναξιάς.

Αυτή τη φορά όλα αποφάσισαν να πάρουν τον χρόνο τους, δεν υπήρχε βιάση από τη στιγμή που και οι δυο ξέραμε τι θ΄ ακολουθούσε. Καπετάνιοι-ναυαγοί σε μια αργή θύελλα συναισθημάτων και ορμών, που έδιναν την εντύπωση πως δεν θα ξεσπούσαν ποτέ, πως θα συνέχιζαν να βασανίζουν τα κορμιά μας για πάντα. Και τα φιλιά να εξομολογούνται όσα βιαζόταν να ψιθυρίσουν τα κορμιά και η ανάγκη να εκφράσεις όλα όσα από αύριο θα ήσουν αναγκασμένος να θάψεις βαθιά, πολύ βαθιά στη καρδιά, να σε πνίγει και να σε τραβάει στα σκοτεινά. Ένας έρωτας ικεσία, που για ώρες πάλευε να πείσει το κορμί και την καρδιά πως όλα τελικά θα πάνε καλά…

Ναι, όλα πήγαν καλά. Καταφέραμε να επιβιώσουμε και να χαιρετήσουμε τη νέα μέρα αγκαλιά, να της ψιθυρίσουμε ένα τελευταίο “ευχαριστώ” και να τη νανουρίσει μ΄ ένα αιώνιο “σ΄ αγαπώ”. 

Σήμερα, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, γιορτάζω εκείνο το τελευταίο βράδυ που περάσαμε αγκαλιά, πίνω στην υγεία σου, στις επιτυχίες και στη χαρά σου. Αυτή η ημερομηνία είναι αδύνατο να ξεθωριάσει από τη θύμησή μου, πάντα λοιπόν θα γιορτάζω, όταν το ημερολόγιο θα τιμά αυτό το τελευταίο μας βράδυ…

 

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.