Μια καλοκαιρινή νύχτα του Αυγούστου με πανσέληνο…

Advertisements

Δεν είχε τον έρωτα δίπλα της. Το αποφάσισε όμως, ντύθηκε, φόρεσε ένα ανάλαφρο φουστάνι, έβαψε κόκκινα τα χείλη της, πήρε από το χέρι τον εαυτό της και βγήκε. “Μπορείς! Κάν’ το!” έλεγε.

Γύρισε, κοιτάχτηκαν στα μάτια και βρέθηκαν σε ένα κυκλαδίτικο μπαλκόνι με θέα την θάλασσα. Αγαπημένο μέρος, έρωτας και αυτός. Άρχισε να αισθάνεται καλά, της άρεσε. Παράγγειλε φαγητό και μια παγωμένη μπύρα σε ποτήρι. Έπινε για την στιγμή που ζούσε, το τώρα. Έτρωγε αργά, έπινε την μπύρα της. Στο διπλανό τραπέζι κάθισε μια αντρική παρέα. Τους έριξε μια φευγαλέα ματιά και γύρισε στο πιάτο της.

Τους παρατήρησε, έστω και από μια ματιά. Ηλιοκαμένοι, λίγο ξερακιανοί, ο ένας σαν αγριεμένος κουρσάρος με μαλλιά ανακατεμένα, ο άλλος κοντό μαλλί, γένια αξύριστα λίγων ημερών, ευγενική φυσιογνωμία, με λίγες ρυτίδες γύρω από τα μάτια από την αλμύρα της θάλασσας. Τους άκουγε χωρίς να τους βλέπει. Έπιασε την ματιά του να την κοιτάζει. Συνέχισε την μπύρα της και σκέφτονταν το βήμα που έκανε. “Καλά τα πήγες”, είπε στον εαυτό της.

Κολυμπούσε μακριά από τον κόσμο, στα βράχια που της άρεσε, χωρίς φωνές, αυτή και η θάλασσα. Να ακούει τον ήχο του κύματος που σκάει απαλά, με κλειστά μάτια και να αφήνει το κορμί της ξένοιαστο να ηρεμήσει, με τον ήλιο να την χαϊδεύει με τις αχτίνες του να το μαυρίσει. Βούτηξε στα καθαρά γαλανά νερά του Αιγαίου σαν μια γοργόνα, καταδύθηκε με μάτια ανοιχτά να βλέπει τον βυθό και βγήκε αργά να πάρει ανάσα.

Είχε κύμα, κολύμπησε προς την μικρή προβλήτα με τα σκάφη και τα καΐκια για να βγει. Προσπαθούσε να βρει τρόπο να σκαρφαλώσει. Αγχώθηκε για λίγο και τότε άκουσε μία ανδρική φωνή να της λέει “Κοπελιά από δω έλα! Ανέβα στη σκάλα του σκάφους και βγες, γιατί αγχώθηκες…”. Γύρισε, τον κοίταξε, ήταν αυτός, ο άντρας με την ευγενική μορφή από το προηγούμενο βράδυ. “Σε ευχαριστώ” του είπε και έφυγε για τον βράχο της.

Τον συνάντησε τυχαία την επόμενη μέρα, μιλήσανε. “Είσαι από το καΐκι καπετάνιο;” του είπε. “Ναι” απάντησε εκείνος. “Έχεις ψάρια για σήμερα; Θέλω ένα για μένα λίγο μεγαλούτσικο να ψήσω να το ευχαριστηθώ”. “Όχι, τα έδωσα όλα. Έλα όμως στο καΐκι να σου κάνω εγώ το τραπέζι, ψητά ψάρια, κακαβιά και αιγυπτιακό πιλάφι”. Του αρνήθηκε ευγενικά και έκανε να φύγει. “Τότε έλα για ένα ποτήρι κρασί το βράδυ με την πανσέληνο”. “Ίσως…” του είπε και έφυγε.

Το βράδυ ήρθε η νύχτα γλυκιά χωρίς αέρα, το φεγγάρι είχε σχηματίσει την ασημένια γραμμή του. Σκέφτηκε την πρόταση και αποφάσισε να πάει. Εκείνος την είδε ξαφνικά μπροστά του, έδειξε ότι χάρηκε. Κρατούσε το μπουκάλι το κρασί και δύο ποτήρια, έκανε ένα σάλτο και βγήκε από το καΐκι.

Κάθισαν πάνω σε ένα βράχο και γέμισε τα ποτήρια τους. Μιλούσαν ήρεμα για εκείνη και εκείνον. Την κοιτούσε στα μάτια. Έβλεπε μία γυναίκα ώριμη, αυθόρμητη, χαμογελαστή, έδειχνε αυτοπεποίθηση και σιγουριά για τον εαυτό της. Εκείνος ένιωθε να παρασύρεται από την παρουσία της. Έκλεισε τα αυτιά του να μην μαγευτεί από το τραγούδι της. Σειρήνα και γοργόνα, μία μίξη δύο πλασμάτων που σαγηνεύουν. Δεν ήθελε να του συμβεί αυτό. Θα έφευγε για το ταξίδι του και εκείνη γοργόνα θα γύρναγε στο βυθό της. Ζήσανε όμως τη στιγμή για λίγο, ο όμορφος ψαράς με τα πράσινα μάτια και η γοργόνα που δεν μπλέχτηκε στα δίχτυα του, μία καλοκαιρινή νύχτα του Αυγούστου με πανσέληνο…

 

Έφη Χαλκέα

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.