Δεν είσαι ρομαντικός μέχρι να ερωτευθείς…

Advertisements

Είχα τη φήμη πως ήμουν πολύ ψυχρή και σκληρή ως γυναίκα και τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να ήμουν… Όλοι πίσω από την πλάτη μου μ΄ αποκαλούσαν η “ψηλομύτα” και το περίεργο ήταν πως δεν με πείραζε καθόλου. Είχα μάθει από πολύ μικρή στη ζωή να προστατεύω τον εαυτό μου, μεγαλωμένη από μια ιδιαίτερα σκληρή και καθόλου συναισθηματική γυναίκα, όπως ήταν η μητέρα του πατέρα μου, χωρίς γονείς από τα δέκα, δεν επέτρεπα εύκολα στους ανθρώπους γύρω μου να με πλησιάσουν. Κατά βάθος δεν ήμουν σκληρή, απλώς δεν ήθελα να πληγωθώ και άλλο, πίστευα πως δε θ΄ άντεχα και πως ο καλύτερος τρόπος είναι να είσαι αποστασιοποιημένη.

Γνωριστήκαμε στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου της πόλης, ένα ξημέρωμα Παρασκευής, όταν έφτασες με ακόμη δυο άνδρες μαχαιρωμένους. Εσύ ήσουν ο πιο ελαφριά χτυπημένος και αμέσως σ΄ ανέλαβα, ενώ οι φίλοι σου οδηγήθηκαν στα χειρουργεία. Ζαλισμένος άρχισες να μου εξηγείς για μια απρόσμενη επίθεση από τρία πρεζόνια, που σας επιτέθηκαν έξω από ένα επώνυμο κέντρο διασκέδασης. Ήσουν πολύ ανήσυχος, γιατί ο ένας από τους δυο φίλους σου παντρευόταν και εσύ θα γινόσουν κουμπάρος. Άρχισα να σε ρωτάω διάφορα άσχετα πράγματα μόνο και μόνο για να σε ηρεμήσω, μέχρι που σε είδα κάποια στιγμή να χάνεις τις αισθήσεις σου, κάτι που ήταν πολύ φυσικό με το αίμα που έχασες και με την ταραχή που είχες.

Όταν άνοιξες ξανά τα μάτια, διαπίστωσες πως σε είχαμε μεταφέρει σ΄ ένα πιο απομονωμένο χώρο, ενώ εγώ συνέχιζα να στέκομαι στο προσκεφάλι σου. Δεν το συνήθιζα ν΄ ακολουθώ τα περιστατικά μου, εσένα όμως σε συμπάθησα από την πρώτη στιγμή. Με είχε αγγίξει η ταραχή στη φωνή σου, η αγωνία σου, όχι για την δική σου κατάσταση, μα για τους αγαπημένους σου. Η χαρακιά στο μπράτσο ήταν βαθιά και χρειάστηκε να σου κάνω ράμματα, μόλις συνήλθες σ΄ ενημέρωσα, μα εσύ για το μόνο που νοιαζόσουν ήταν οι φίλοι σου, που ευτυχώς η κατάστασή τους είχε παραμείνει στάσιμη. Σου έδωσα ένα παυσίπονο και σε βοήθησα να βγεις στην αίθουσα αναμονής, εκεί μ΄ ευχαρίστησες και οι δρόμοι μας χωρίσανε. Τουλάχιστον τότε έτσι πίστευα…

Δυο μέρες μετά, ανέλαβα την απογευματινή βάρδια, βρίσκοντας μια υπέροχη ανθοδέσμη στο γραφείο με τ΄ όνομά μου. Τα ΄χασα, ήταν η πρώτη φορά που δεχόμουν λουλούδια και το συναίσθημα ήταν τρομακτικά συγκινητικό. Όταν δεν σου έχουν προσφέρει ποτέ λουλούδια στα 29 σου χρόνια, το να βρίσκεις μια ανθοδέσμη με μια τρυφερή κάρτα ευχαριστιών, αν μη τι άλλο γεμίζει τα μάτια σου δάκρυα. Η βάρδια πέρασε μ΄ ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη, αφού κι οι νοσοκόμες άρχισαν να ψιθυρίζουν διάφορα και να με πειράζουν. Έπεισα τον εαυτό μου πως εκείνο το περιστατικό δεν σήμαινε τίποτα…

Μόλις είχα τελειώσει μια απίστευτα δύσκολη βραδινή βάρδια, όταν σε είδα να στέκεσαι δίπλα από το “κατσαριδάκι” μου. Ήμουν τόσο κουρασμένη, που για αρκετά λεπτά δεν ήμουν και τόσο σίγουρη πως ήσουν εσύ, το χτυπημένο δεξί χέρι ομολογώ πως με βοήθησε να σ΄ αναγνωρίσω.  Θα πρέπει να φαινόμουν πολύ χάλια, γιατί σε είδα να μ΄ αγκαλιάζεις προστατευτικά και να μου προτείνεις να με βοηθήσεις. Για μια στιγμή χαμογέλασα και σ΄ ευχαρίστησα για τα όμορφα λουλούδια. Υποτίθεται πως θα πηγαίναμε μονάχα για ένα γρήγορο καφέ, όταν χωρίσαμε ήταν περασμένες δώδεκα το μεσημέρι.

Ακόμη δε μπορώ να περιγράψω εκείνες τις ώρες που κυριολεκτικά άλλαξαν τον κόσμο μου. Ευγενικός, με πηγαίο χιούμορ και έξυπνες ατάκες, μετρημένος, διαβασμένος και διατεθειμένος ν΄ ανοίξεις τις πόρτες επικοινωνίας που είχα απόλυτα κλειδωμένες. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερες, ίσως με την υπομονή και την ευγένειά σου, ίσως πάλι με το αφοπλιστικό σου χαμόγελο, σίγουρα με την ειλικρίνεια σου.

Από εκείνο το ξημέρωμα, κάθε μέρα στο γραφείο μου έφτανε μια μικρή πολύχρωμη ανθοδέσμη, που συνοδευόταν από μια έξυπνη κάρτα και ένα κουτί αλμυρά ή γλυκά βουτήματα. Όλοι στα εξωτερικά ιατρεία με πήραν στο ψιλό, το χειρότερο όμως απ’ όλα, ήταν πως άρχισα ν΄ ακούω σχόλια για τη δική μου συμπεριφορά. “Τι όμορφη που είστε σήμερα!”. “Λάμπετε ολόκληρη!”. ‘Έχετε αλλάξει πολύ!”. “Το χαμόγελό σας είναι υπέροχο!”…

Θεούλη μου! Το σοκαριστικό ήταν πως ήταν αλήθεια! Πήγαινα πια στη δουλειά με διαφορετική διάθεση, όλα γύρω μου είχαν ομορφύνει, ακόμη και το μικροσκοπικό μου διαμέρισμα φάνταζε πιο άνετο. Άνοιγα τα μάτια και αμέσως η εικόνα του προσώπου του σκέπαζε κάθε δυσάρεστη σκέψη, η φωνή του μου ψιθύριζε “καλημέρα”, ενώ η προσμονή πως σε λίγες ώρες θα ήμασταν και πάλι μαζί, έδινε φτερά στα πόδια μου. Δεν θα τολμήσω να μιλήσω για τα λουλούδια, που πια στόλιζαν όλες τις γωνιές της καθημερινότητάς μου. Απέκτησα βάζα! Μικρά και μεγάλα! Βάζα στο γραφείο, βάζα στα εξωτερικά ιατρεία, βάζα στο σπίτι, βάζα παντού…

Παρότι προσπάθησα να τον πείσω να σταματήσει να μου στέλνει λουλούδια, βαθιά μέσα μου δεν ήθελα να το κάνει. Κάθε φορά που έβλεπα τα λουλούδια του, γελούσα σαν μικρό παιδί που του είχαν κάνει δώρο το καλύτερο παιχνίδι της αγοράς.

Όλα σιγά σιγά άρχισαν ν΄ αποκτούν μια πιο ρομαντική διάθεση, οι περίπατοι στην θάλασσα, τα ερωτικά τραγούδια στο ραδιόφωνο, τα πονηρά χαμόγελα, τα βλέμματα τα κρυφά του έρωτα, που σου υπόσχονται όσα είναι δύσκολο να εκφραστούν με τα λόγια, οι ζεστές αγκαλιές πριν τον αποχωρισμό, το φιλί το πρώτο της καλημέρας, το τελευταίο πριν κλείσει η πόρτα και τον ακούσεις να λέει ξανά και ξανά “Αύριο… Αύριο θα τα πούμε… αύριο…”.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου αποδεχόμουν τον ρομαντισμό σαν δεδομένο στη ζωή μου, γιατί απλούστατα ο ρομαντισμός, όπως και ο έρωτας, είχαν τρυπώσει στο μικρό διαμέρισμά μου και είχαν αποφασίσει να το διακοσμήσουν με τα πιο φωτεινά και χαρούμενα χρώματα.

 

Μαρία Σταυρίδου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.